Σκοπός μας δεν είναι να ξύσουμε πληγές, ούτε να εξάψουμε μίση και πάθη, αλλά να ρίξουμε άπλετο φως σε σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας μας.

Λαός ο οποίος δεν γνωρίζει το παρελθόν του και δεν τιμά τους προγόνους του και τον τόπο που γεννήθηκε δεν έχει μέλλον.

 

ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΑΘΕΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΥΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ

Αφιερώνουμε αυτή τη Σελίδα ως ελάχιστο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στους Ήρωες που έχυσαν το αίμα τους η έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τη Δημοκρατία, την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδος μας και τις ατομικές ελευθέριες που απολαμβάνουμε σήμερα όλοι μας.

 

Κάποιοι σύνδεσμοι λόγο μεταφοράς αρκετών σελίδων από το Pathfinder δεν λειτουργούν, ενημερώστε μας στα σχόλια της σελίδας η στο Email

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Το ολοκαύτωμα της Καλοσκοπής (Κουκουβίστας) Φωκίδος , 17-18/4/1944

Λαμπρή του 1944. Την αυγή της δεύτερης μέρας της Πασχαλιάς, ακούστηκαν στα ξέμακρα της Κουκουβίστας ντουφεκιές. 

Σαν βγήκαν μερικοί χωριανοί στο ξάγναντο, είδανε ν’ ανηφορίζει στον τόπο τους τεράστια φάλαγγα. 

Αντάρτικη ομάδα του ΕΛΑΣ που έτυχε στο δρόμο τους, προσπάθησε να ανακόψει τον εχθρό για λίγο, ως να προκάνουν οι Έλληνες να ξεμακρύνουν από τα σπίτια τους. 

Και μέσα στο χωριό ακούγονταν τρομαγμένα ξεφωνητά: «Γερμανοί έρχονται! Γερμανοί! Φύγετε!».

Αλαφιασμένοι οι Κουκουβιστιανοί, αρπάζανε στα γρήγορα ένα μπόγο με ρουχισμό, και παίρνανε την ανηφόρα κατά το βουνό να βρουν καταφυγή. Απ’ τους εννιακόσιους μείνανε στο χωριό καμιά διακοσαριά, γέροι, γριές και ανήμποροι.
Το ντουφεκίδι δεν βάστηξε για πολύ. Ανήμποροι οι αντάρτες να κρατήσουν άλλο τη φάλαγγα, αποτραβήχτηκαν στα ψηλώματα. Έτσι ανεμπόδιστοι οι Ναζί πατούσαν την Κουκουβίστα. Ήταν η ώρα 10 το πρωί στις 17 του Απρίλη στα 1944. Η φάλαγγα είχε ξεκινήσει χαράματα απ’ τα Καστέλλια. Στο δρόμο τους οι Γερμανοί καίγανε όποιο ξωκκλήσι ή τσοπάνικη καλύβα συντυχαίνανε.
Για πρώτη φορά τόσο μεγάλη και παράξενη φάλαγγα πατούσε τούτο το χωριό. Ζύγωναν τους δύο χιλιάδες στρατιώτες αρματωμένοι καλά, κι είχαν μαζί τους τέσσερα ορειβατικά κανόνια, δέκα μεγάλους όλμους, χώρια τα μυδράλια και τα πολυβόλα. Ξωπίσω τους μπόλικα ξεφόρτωτα ζωντανά. Εντύπωση, όμως, κάνανε οι στρατιώτες. Γιατί στη φάλαγγα δεν ήταν μονάχα Γερμανοί. Ήταν μαζεμένες όλες οι φυλές του κόσμου. Τι ήθελες και δεν έβλεπες. Μ’ όλο που ήταν όλοι τους ντυμένοι τη γερμανική στολή, τα πρόσωπα και το χρώμα τους φανέρωναν άλλη φύτρα!
Καθώς ήταν ομάδες ξεχωριστές, ακούγονταν αλλιώτική γλώσσα. Η μία ομάδα δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με την άλλη, παρά με νοήματα. Οι Γερμανοί ήταν καμιά πεντακοσαριά και λίγοι μαυροπουκάμισοι φασίστες που κάνανε τον αγωγιάτη στα ξεφόρτωτα μουλάρια. Τα μπουλούκια, κοντά χίλιοι, ήταν Ρουμάνοι, Σλοβάκοι, Κροάτες, Βούλγαροι και κιτρινόχρωμοι Τάταροι. Όλοι μισθοφόροι. Και τη φάλαγγα έκλεινε ένας λόχος από τριακόσιους παράξενους ανθρώπους. Τούτοι ήταν που ήταν. Σαν τους έβλεπες «γαϊδούρα απόρριχνε», όπως μου είπε κάποιος ντόπιος. Ήταν Αραπάδες με χαραγμένα τα μάγουλά τους απ’ τα γεννοφάσκια τους. Απ’ τη μύτη και τα’ αυτιά τους κρέμονταν χαλκάδες σαν σκουλαρίκια. Τα μεγάλα και παχιά χείλια τους αφήνανε να φαίνονται δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, που τους κάνανε ακόμα πιο φριχτούς κι αποκρουστικούς: Όλοι τους μια κοψιά, με σφιχτοδεμένε, όμως, κορμιά. Αυτός ήταν ο περίφημος λόχος των Μαροκινών. Κεφαλή τους ο Γάλλος λοχαγός Αντρέ Ρουέν, απ’ την Αλσατία.
Λίγος καιρός ήταν που φέρανε το λόχο αυτό απ’ το γαλλικό Μαρόκο στην Ελλάδα και τον κρατούσανε στη Γραβιά. Τον είχαν πάντα μακριά απ’ τους άλλους μισθοφόρους και καμιά σχέση. Κρασί και όλα τα πιοτά τους απαγορεύανε να πίνουν κι η τιμωρία τους θάνατος! Κάποιος που παράκουσε, το πλήρωσε με τη ζωή του. Τον ντουφέκισαν μπροστά στο λόχο. Δεν τους αφήνανε να πίνουν, γιατί σαν μεθούσανε γίνονταν έξη τους. Το οινόπνευμα ενεργούσε πάνω τους αφροδίσια και παθαίνανε πριαπισμό … Μανιασμένοι ρίχνονταν να βιάσουν άντρα, γυναίκα, γέρους, παιδόπουλα, ό,τι ζωντανό βρισκόταν μπροστά τους … Κοντολογίς ήταν ανήμερα μαύρα θεριά που απ’ τη ζούγκλα της Αφρικής, οι Ναζί τους κουβάλησαν να σπαράξουν και σκλαβωμένους άσπρους!
Η φάλαγγα, άλλη δουλειά δεν είχε παρά να αφανίσει σύσπιτο το ανταρτοχώρι αυτό. Την πληροφορία αυτή έδωσε ένας Έλληνας που αξίζει να αναφέρω το όνομά του. Μήτσος Ηλ. Σταθόπουλος, απ’ τα Καστέλλια. Ήξερε Γερμανικά κι αφού απόχτησε την εμπιστοσύνη των Ναζί έκλεβε πληροφορίες και διαταγές … Τα πρόδινε στους Έλληνες πατριώτες και τους ειδοποιούσε. Πρόσφερε τόσες και τόσες υπηρεσίες στην Πατρίδα του! Στο τέλος τον ανακαλύψανε οι Γερμανοί και τον ντουφεκίσανε.
Χωρίς αργητά η φάλαγγα άρχισε τη δουλειά της. Σφιχτοζώσανε το χωριό από παντού και πέσανε στην αρπαγή. Οι μισθοφόροι, εξόν απ’ τους μαύρους, ήταν οι πιο καλοί στο κούρσεμα. Οι μαύροι μείνανε ακόμα παράμερα. Δεν ήρθε η ώρα τους … Τα κλεψίμια τα κουβαλούσανε στην πλατεία, που τους πρόσμεναν οι αφέντες τους. Αφού ξεδιαλέγανε ό,τι θέλανε και τα φορτώνανε οι Ιταλοί στα μουλάρια, τα υπόλοιπα, μικρότερης αξίας, τα χαρίζανε στους μισθοφόρους.
Σαν ξεγύμνωσαν τα σπίτια, ύστερα βάλθηκαν να σκάβουν και να ξεχώνουν από λάκκους τα πράγματα που οι χωριάτες είχαν κρυμμένα. Τούτη τη φορά τίποτα δεν γλίτωσε. Μπήκανε ακόμα και στην εκκλησιά κι αρπάξανε τα ιερά σκεύη, τα μεταξωτά άμφια, το αργυροδεμένο Ευαγγέλιο και πιστολίζανε τις αγιωτικές εικόνες. Αδυναμία δείξανε στην εικόνα της Παναγιάς και σ’ όλες τις Αγίες. Πάνω τους ζωγραφίσανε πρόχειρα διάφορες αισχρότητες. Μερικοί για να γελάσουν, μασκαρευτήκανε τα άμφια και γύριζαν μέσα στο χωριό. Οι μισθοφόροι κείνη τη μέρα ξεπέρασαν στην τέχνη της αρπαγής τους αφέντες τους Ναζί.
Το σούρουπο άρχισε ν’ αργοπέφτει τυλίγοντας το πολυκουρασμένο χωριό. Οι Γερμανοί με τους μισθοφόρους τους χαίρονταν το κούρσος τους. Με το ξεγύμνωμα της Κουκουβίστας τελείωσε η πρώτη πράξη της τραγωδίας της. Τώρα στη δεύτερη πράξη, οι ως τώρα θεατές θα γίνονταν πρωταγωνιστές!
Όλο το διάστημα της αρπαγής, οι Μαροκινοί από μακριά παρακολουθούσαν. Τώρα έφτασε η ώρα να παίξουν κι αυτοί το ρόλο τους. Οι αφέντες τους, τους φυλάγανε για την πρεπούμενη στιγμή. Κι έφτασε! Οι Γερμανοί δώσανε το λεύτερο στους μαύρους να ψάχνουν τα σπίτια κι όπου βρίσκουν κρασί να πίνουν όσο θέλουν. Σύγχρονα τους αφήσανε να καταλάβουν πως οι γυναίκες του χωριού θα ήταν στη διάθεσή τους. Άλλοι που δε θέλανε οι διψασμένοι από πιοτό και σάρκα κτηνάνθρωποι της Αφρικής.
Με παράξενα ξεφωνητά, άναρθρες κραυγές, χάχανα, ξεχύνονται στις γειτονιές του χωριού ψάχνοντας πρώτα για κρασί. Όπου συντυχαίνουν βαρέλι, με πιστολιές ανοίγουν τρύπες. Όπως κρουναλιάζει από το βαρέλι το κρασί, βάζουν το στόμα τους και πίνουν, πίνουν! Γύρω από ένα βαρέλι, δέκα δεκαπέντε μαύροι, κολλημένοι στο βαρέλι, με λαχτάρα καταπίνουν το κρασί που ξεπετιέται απ’ τις τρύπες. Αφού πιουν κάμποσο, κοιλιώνται μεθυσμένοι. Τη θέση τους παίρνουν άλλοι αραπάδες που διψασμένοι καρτερούσανε να κολλήσουν το στόμα τους στις τρυπημένες δούγες του βαρελιού. Που να τους προκάνουν οι κάνουλες των βαρελιών … Σ’ όλα τα κατώγια που υπάρχουν κρασοβάρελα, γίνεται αυτό. Μοιάζουν με κουτάβια που πέφτουν πάνω στη μάνα τους σκύλα να βυζάξουν! Και μερικοί φιλότιμοι που γιόμισαν το στομάχι τους κρασί, στο μεθύσι τους θυμήθηκαν και το λοχαγό! Βρίσκουν το δισκοπότηρο, το γεμίζουν κρασί, και το φέρνουν τρεκλίζοντας και χαχανίζοντας να πιει κι ο Γάλλος λοχαγός Αντρέ Ρουέν! …
Πολλές ώρες δεν κράτησε τούτο το ξεφάντωμα. Απ’ το πολύ κρασί, όλοι οι Μαροκινοί είναι μεθυσμένοι. Αν όμως το κρασί τους έσβησε τη δίψα του πιοτού, τους άναψε τον πόθο της σάρκας. Έπρεπε τώρα κι απ’ αυτή να ξεδιψάσουν.
Αγριόθηροι, μ’ αφρισμένα χείλια ξαπολιώνται και χιμάνε μέσα στα σπίτια, αποζητώντας ανθρώπινη σάρκα. Στ’ αντίκρισμά τους οι χωριάτες τρομαγμένοι πηδάνε απ’ τα παράθυρα να γλιτώσουν. Το σκοτάδι γεμίζει από γυναικεία στριγκλίσματα, κλάματα, σπαραχτικά ξεφωνητά κι απ’ το διαβολικό γέλιο και τα ουρλιάσματα των μαύρων. Μια οργιαστική αλλά και τραγική νύχτα. Ζήτημα, αν στου πολέμου τη θύελλα, δοκίμασε ένα τέτοιο, άλλο μέρος της κατεχόμενης Ευρώπης.
Όσες απ’ τις γυναίκες, νιές, γριές, δεν προκάνουν να φύγουν, με ρόπαλα, με τα δόντια, με τα νύχια παλεύουν να γλιτώσουν το βιασμό. Αρκετές τα καταφέρνουν. Άλλες, όμως, λαβωμένες, λιπόθυμες, ξεψυχισμένες, αφήνονται στα χέρια των Μαροκινών. Βιάζονται απανωτά. Κορίτσια ξεπαρθενεύονται, μεσόκοπες και τρεμογόνατες γριές βιάζονται, ακόμα και γέροι παρά φύση! … Με σκισμένα ρούχα, ξεσκισμένες σάρκες, μ’ ανείπωτα μαρτύρια στο κορμί, αφού τα χορτάσουν οι ύαινες της Αφρικής, παρατάνε τα θύματά τους μέσα σε λίμνη από αίμα …
Η αμόλευτη ηθική της χώρας μας, που τόσο αγνή βαστάχτηκε απ’ τις Ελληνίδες, με κάνει να μην αναφέρω ονόματα συγκεκριμένα, αν κι έχω. Τους φτάνει το άθελο και μαρτυρικό ντρόπιασμά τους! Ας μείνουν ανώνυμες στην ιστορία της Κατοχής οι ηρωίδες αυτές. Το στεφάνι της «ομολογήτριας» για πάντα θα τις συντροφεύει.
Δεν μπορώ, όμως, να κρύψω και μερικά περιστατικά. Τα ανθρωπόμορφα θεριά, μπαίνουν στο σπίτι της Χ.Κ. που τη βρίσκουν λεχώνα να βυζαίνει το βρέφος. Αρπάζουν το βυζασταρούδι και το πετάνε στην αυλή. Ύστερα ρίχνονται να τη βιάσουν. Της ξεσκίζουν τα ρούχα, της ματώνουν το κορμί, μα κείνη αντιστέκεται ηρωικά. Ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι την παραδίνει στα χέρια τους λιπόθυμη. Σ’ άλλο σπιτικό, βρίσκουν στο παραγώνι να κείτεται η κουτσή και τυφλή ογδοντάχρονη Β.Αχ. Της ρίχνονται. Με χοντρό δαυλί η γριά χτυπάει στο κεφάλι δυνατά κάποιον απ’ αυτούς. Τούτο αγριεύει τους συντρόφους του. Τη βιάζουν μ’ ανείπωτα μαρτύρια. Ύστερα αρπάζουν αναμμένα δαυλιά και της τα χώνουν στις μασχάλες, στο στήθος και στο γεννητικό της όργανο. Ύστερα τη σκοτώνουν. Αλλού πάλι ο σαρανταπεντάρης Θ.Μ. παλεύει να υπερασπισθεί κάτι γυναίκες. Τον σκοτώνουν κι ύστερα ασελγούν στο κουφάρι του. Το ίδιο και το Θ.Τ 60. Σε κάποιο φτωχοκάλυβο ανήμπορος βρίσκεται στο στρώμα εβδομηνταχρονίτης γέροντας. Ούτε τα χρόνια, ούτε η κατάστασή του εμποδίζουν τους αραπάδες απανωτά να ασελγήσουν …
Η αφροδίσια μανία των Μαροκινών δεν περιορίζεται στους ανθρώπους. Ο πριαπισμός τους σπρώχνει ακόμα και στην κτηνοβασία. Ανάμεσα στα πλιάτσικα που έχουν συνάξει στο πλάτωμα του χωριού, είναι και μία γαϊδούρα. Οι Ναζί τη χαρίζουν στους μαύρους να ξεσπάσουν τη σαρκική τους μανία. Με μία συμφωνία. Η κτηνοβασία να γίνει μπροστά σε όλους. Οι μεθυσμένοι κτηνάνθρωποι δέχονται. Πολλοί Γερμανοί συνάζονται να παρακολουθήσουν το σεξουαλικό αυτό θέαμα.
Οι μαύροι φέρνουν τη γαϊδούρα ανάμεσα στους συγκεντρωμένους αφέντες τους, να ξεπληρώσουν τη σαρκική τους υπόσχεση. Ένας απ’ τους Μαροκινούς κρατάει το ζωντανό απ’ το χαλινάρι, άλλος σηκώνει και βαστάει την ουρά για να ευκολύνει τον επιβήτορα, ενώ ο τρίτος κάνει χρέη γαϊδάρου! … Ολοτρόγυρα οι Ναζί διασκεδάζουν χαχανίζοντας και χειροκροτάνε το απίθανο αυτό σύμπλεγμα! … Γελάνε, ενώ θα έπρεπε να κρύβουν το πρόσωπό τους από ντροπή για τους συντρόφους τους στον πόλεμο! Το μαρτύριο του ζωντανού δεν τελειώνει με τον έναν. Κρατάει κάμποσο. Γιατί αρκετοί μαύροι παίρνουν τη θέση του γαιδάρου … Κι ολόγυρα οι θεατές Ούννοι, με ξεφωνητά τους ξεθαρρεύουν! … Στην πολύτομη μαύρη ιστορία των Γερμανών που αφήσανε για τούτο τον πόλεμο, οι σελίδες τους για την Καλοσκοπή θα είναι οι διαλεχτότερες!
Αργά, ύστερα απ’ το μεσονύχτι, περίπολα απ’ τους άλλους μισθοφόρους γυρόφερναν τις γειτονιές του χωριού και περιμάζευαν τους αραπάδες. Οι πιο πολλοί πεσμένοι μέσα στα σοκάκια αναίσθητοι απ’ το μεθύσι. Παράξενη σιωπή γεμίζει τη νύχτα, λες και τίποτα δε γίνηκε. Ανάρια και που από κάποιο σπίτι ακούγεται γυναικείο κλάμα ή βαρύς αναστεναγμός απ’ τα βάθη της πονόδαρτης ψυχής της. Δερνοκοπιώνται για το στανικό ντρόπιασμά τους, το ανάκουστο πάθημά τους …
Η δεύτερη πράξη απ’ το δράμα της Καλοσκοπής έκλεισε με τα αιματοστάλαχτα όργια και την κτηνοβασία των Μαροκινών τη νύχτα της 17 προς 18 του Απρίλη 1944. Τα ξημερώματα θ’ άρχιζε η Τρίτη πράξη.
Την αυγή στις 18, Τρίτη μέρα της Λαμπρής, αφού αποτραβήξανε απ’ το χωρίο τα κλεψίμια τους, βάλθηκαν να καταστρέψουν συνθέμελη την Καλοσκοπή. Με εμπρηστική σκόνη αρχίσανε να βάζουν φωτιά στα σπίτια. Σε λίγο λαμπαδιάζει από παντού. Στο σχολειό, βγάζουν έξω τα θρανία, τα στοιβάζουν και τα καίνε. Το ίδιο και το σχολειό. Στην εκκλησία δεν περιορίστηκαν στο ξεγύμνωμα που της κάνανε. Την ανατινάζουν με δυναμίτες συνθέμελη. Τα εικονίσματα, τα ιερά βιβλία τα πετάνε σε κάποιο γειτονικό αχυρώνα και τα καίνε. Ο καπνός φτάνει μεσούρανα. Η φωτιά κόρωσε και κατατρώγει το χωριό από παντού. Απ’ τα διακόσια σπίτια καμιά εικοσαριά ξεμοναχιασμένα γλίτωσαν.
Το απομεσήμερο, όταν η φάλαγγα έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού για τη βάση της, άφηνε ξωπίσω στην Κουκουβίστα μονάχα καψαλισμένα ντουβάρια. Αποκαΐδια γίνανε και μεταβλήθηκε σ’ ερημοχώρι. Οι διαγουμιστές βουλήθηκαν να τη ξεθεμελιώσουν και το φέρανε σε τέλος. Όμως οι κάτοικοι δε λύγισαν, δεν τσάκισαν. Αν και ξεσπίτωτοι θα ξακολουθούσαν τον αγώνα ως τη στερνή στιγμή, ως τη μέρα που ο ήλιος της λευτεριάς θα έλουζε το αφανισμένο χωριό τους. Ατσαλόψυχοι βάλθηκαν να περιμαζέψουν το ρημαγμένο χωριό τους και να ζήσουν μέσα στα γκρεμίδια.
Τάκη Λάππα
Ματωβαμμένες δάφνες της Ρούμελης
Αγώνες – Θυσίες 1941-44

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Το Ολοκαύτωμα της Βουνιχώρας Φωκίδας 10-4-1943 απο τους Φασίστες Ιταλούς


https://galanoleykoblog.files.wordpress.com/2015/04/8991c-544357_498922526841258_71712122_n.jpgΣτις 10 Απριλίου 1943, στις 9 το πρωί σε μια επιχείρηση αντιποίνων εναντίον αμάχων, για τις απώλειες που υπέστησαν οι Ιταλοί δύο μέρες νωρίτερα σε σύγκρουση με αντάρτες του ΕΛΑΣ υπό τον καπετάν Νικηφόρο στον δημόσιο δρόμο Άμφισσας - Λιδωρικίου, κοντά στη γειτονική Αγία Ευθυμία, η οποία επίσης καταστράφηκε
Η καμπάνα του χωριού έδωσε το σύνθημα στους χωριανούς να απομακρυνθούν από το χωριό. «Μερικοί αργοπορημένοι και κάποιοι ανήμποροι γέροντες, που έμειναν οικειοθελώς στο χωριό, συνελήφθησαν απ’ τους Ιταλούς και με τρόπο βίαιο και απάνθρωπο, υπό την απειλή της λόγχης, συγκεντρώνονται χωριστά από τα γυναικόπαιδα και κατευθύνονται προς τον  «κρανίου τόπον» (Μάνδρα Σκαρτσίνη)…
Πέντε Βουνιχωριώτισες θανατώθηκαν απ’ τους Ιταλούς, επί τόπου μέσα στις αυλές των σπιτιών τους, όταν προσπάθησαν να αποτρέψουν τους κατακτητές, στο να προβούν στην πυρπόληση της περιουσίας τους….
Είκοσι οκτώ ακόμα χωριανοί, μεταξύ αυτών ο υπέργηρος Λουκάς Γκιούλος και ο ανάπηρος, ήρωας του Ελληνοϊταλικού πολέμου Ηλίας Κατσακούλας με κομμένα τα δυο του πόδια, στήθηκαν απροκάλυπτα μπροστά στις κάνες των Ιταλικών πολυβόλων. Ο αγέρωχος ήρωας Ηλίας Κατσακούλας, περιφρονώντας το θάνατο, πρόλαβε να φωνάξει προς τους Ιταλούς, πριν τους θερίσουν οι φονικές ριπές των πολυβόλων, 
«Χτυπάτε δειλοί, το δείξατε ποιοι είσαστε στην Αλβανία. Ζήτω η Αθάνατη Ελλάδα!» 
Φράση, για την οποίαν, εξαγριώθηκε ο Ιταλός αξιωματικός και του έκοψε τη γλώσσα.
Το γεγονός αυτό, έγινε γνωστό σε μας, απ’ τους δύο διασωθέντες της εκτέλεσης γέροντες, τον Ιωάννη Αναγνωστόπουλο ή Κακαλίνη και τον Γεώργιο Γκούλτα ή Σκαρτσίνη, οι οποίοι διασώθηκαν τραυματισμένοι και επέζησαν της ομαδικής εκτέλεσης, παρά την προσπάθεια του Ιταλού αξιωματικού, να τους αποτελειώσει με την χαριστική βολή…
Η μανία των κατακτητών δεν κατευνάστηκε από το αίμα των αδικοχαμένων Βουνιχωριτών, παρέδωσαν τα κτίσματα στην αδηφάγο μανία της φωτιάς, καταστρέφοντας ολοσχερώς το χωριό, αφού πρώτα επιδόθηκαν σε λεηλασία.  Από τα 207 σπίτια του χωριού, τα 175 κάηκαν ολοσχερώς και τα 5 μερικώς…

Η σκιά του θανάτου απλώθηκε πάνω απ’ το χωριό, αναμείχθηκε με τους μαύρους καπνούς που έβγαιναν απ’ τα πυρπολημένα σπίτια και ενώθηκε με τους θρήνους των γυναικών και των συγγενών των θυμάτων, που έσπευσαν στο τόπο της θυσίας να αναγνωρίσουν τους δικούς τους ανάμεσα στα άμορφα πτώματα και να διασώσουν τους τραυματίες από ένα τεράστιο σωρό, με αιματοκυλισμένα και ακρωτηριασμένα ανθρώπινα σώματα…
Τα γυναικόπαιδα μαζευονται στα «επάνω αλώνια» (σημερινή πλατεία του χωριού), με προορισμό τα Σάλωνα. Μεταξύ τους συγκαταλέγονται ο αείμνηστος ιερέας Αθανάσιος Βογόμυλος….. 
Μια πένθιμη λιτανεία που την αποτελούν πρόσωπα ηλικιωμένα. Γιαγιάδες κυρτωμένες απ΄ τα χρόνια και μικρά παιδιά στην αγκαλιά, βαδίζουν βιαίως προς τη  Άμφισσα, για να γίνουν ασπίδα προστασίας σε περίπτωση κάποιας άλλης συμπλοκής με τις αντάρτικες ομάδες . Όταν οι όμηροι επέστρεψαν τρείς μέρες μετά, αντίκρισαν την καταστροφή.Νεκρούς και άταφους τους αδελφούς, τις μητέρες και τους πατεράδες τους.Οι νεκροί ενταφιάσθηκαν χωρίς παπά και ψάλτη.
Σε έναν πόλεμο δεν υπάρχουν αθώα ή ένοχα θύματα. Ενοχες πολιτικές ενδεχομένως και να υπάρχουν, θύματα όμως όχι. Τα θύματα είναι οι θυσίες ενός λαού στο βωμό των ιδανικών της ελευθερίας».

ΑΜΦΙΣΣΑ (ΣΑΛΩΝΑ) ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 - 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

10 Απριλιου 1821 «Ἐκυριεύθη φρούριον τὸ πρῶτον, τὸ τῶν Σαλώνων ὑπὸ Πανουργιᾶ». 

Το σπουδαιότερο ιστορικό γεγονός της Άμφισσας κατά τους νεώτερους χρόνους είναι η αποφασιστική συμβολή της στην Επανάσταση του 1821.
Εδώ στα Σάλωνα, δόθηκε στις 24 Μαρτίου το σύνθημα του ξεσηκωμού στη Ρούμελη.
Εδώ ο Διάκος, ο Πανουργιάς, ο Γιαγτζής, ο Δυοβουνιώτης, με το φλογερό Δεσπότη Σαλώνων Ησαΐα ζώστηκαν τ' άρματα και χτύπησαν.
 
Στις 27 Μαρτίου 1821 τα παληκάρια του Πανουργια του Μανίκα και του Τράκα κατέλαβαν την πόλη και στις 10 Απριλίου, ανήμερα το Πάσχα, αλώθηκε το Κάστρο της Ωριάς των Σαλώνων, το πρώτο κάστρο που έπεφτε σε χέρια ελληνικά.
Οι 600 έγκλειστοι Τούρκοι εξοντώθηκαν και με τα όπλα του οπλίστηκαν τα παληκάρια του Πανουργιά, για να κρατήσουν ένα χρόνο ελεύθερη τη Ρούμελη, αναχαιτίζοντας τις ορδές των Τούρκων από το Βορρά.
Η ελληνική επανάσταση κηρύχτηκε στη Ρούμελη στις 24 Μαρτίου 1821 (στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία Σαλώνων) και στις 27 άρχισε η πολιορκία των Σαλώνων. Σύμφωνες είναι οι πληροφορίες των Σπ. Τρικούπη, Ι. Φιλήμονος, Γκόρντον, Φινλεϊ, Κόκκινου και Κορδάτου, ενώ ο Κ. Παπαρηγόπουλος αναφέρει το γεγονός παρενθετικά, σε δυο μόνο σειρές, περιγράφοντας τα γεγονότα του 1822.

Η απόπειρα ιστορικής αποκατάστασης δεν στοχεύει στην ανάδειξη γενναίων και μη γενναίων ελλήνων, πρώτων και δεύτερων, ταχύτερων και αργοπορούντων, απλώς ενισχύει την πεποίθηση πως η ελληνική επανάσταση δεν ήταν ένα τολμηρό, άσκεφτο διάβημα ολίγων, αλλά η εφαρμογή από πολλούς και ικανούς ενός πολυμήχανου σχεδίου που προέβλεπε την ταυτόχρονη έκρηξη της σε κάποια νευραλγικά σημεία. Οι Σαλωνίτες κήρυξαν την επανάσταση σχεδόν ταυτόχρονα με τους Καλαβρυτινούς, τους Πατρινούς και τους Μανιάτες. Δεν γνωρίζουμε ποια θα ήταν η έκβαση του αγώνα αν τα Σάλωνα δεν σταματούσαν την κάθοδο των τούρκων από τα βόρεια στην Πελοπόννησο και αν δεν εμψύχωναν τους υπόδουλους, παραμένοντας λεύτερα για έναν ολόκληρο χρόνο.

Η επιλογή της παρνασσίδος ως αφετηρίας του αγώνα δικαιολογείται απόλυτα από την γεωγραφική και στρατηγική της θέση , βρισκόμενη μεταξύ ανατολικής και δυτικής στερεάς Ελλάδας και απέναντι από την πελοπόννησο, αποτελούσε ένα είδος ασπίδας ικανής να ανακόψει τον επερχόμενο κίνδυνο από Λαμία ή Ήπειρο, χάρι στα στενά της Γραβιάς , της Αυλίδας και τους ορεινούς όγκους της Γκιώνας και του Παρνασσού. Τα Σάλωνα αποτελούσαν θέση κλειδί όχι μόνον λόγω της προνομιούχου θέσης τους, αλλά και χάρη στο καλά οχυρωμένο κάστρο τους. Όσες φορές τα Σάλωνα κατέχονταν από τους τούρκους, η πελοπόννησος κινδύνευε και παρέλυαν όλες οι δραστηριότητες των ελλήνων, η κυριαρχία των Οθωμανών στις διαβάσεις της Γραβιάς, της 'μπλιανης και στο Κρισσαίο πεδίο ήταν μια σοβαρή απειλή όχι μόνον για την πελοπόννησο αλλά και για την αττική.

Δίκαια τα Σάλωνα τιμήθηκαν ως πρώτη πρωτεύουσα της ανατολικής χέρσου Ελλάδος, αφού εξεγέρθηκαν πρώτα μεταξύ πρώτων, όπως άρμοζε στη θέση τους. Του ξεσηκωμού αυτού ηγήθηκε ο κλεφταρματολός Πανουργιάς, ενώ τον ευλόγησε ο επίσκοπος Ησαΐας, ο μόνος Έλληνας Δεσπότης που πολέμησε και τελικά θυσιάστηκε.
Ο Μάρτιος του 1821 βρήκε τα Σάλωνα έρημα από άντρες. Όλοι τους ήταν απασχολημένοι με την προετοιμασία του αγώνα. Οι Ξεπλαταίοι, οι Φλωκαίοι, οι Ματζιναίοι και πολλοί άλλοι είχαν αναλάβει την κατασκευή της μπαρούτης, στα σπήλαια προς το μέρος της Αγιαθυμιάς και του Γαλαξειδιού. Κάτω από την επίβλεψη του Χριστόφορου Φλώκου άλλοι έβγαζαν νίτρο από την κοπριά των γιδιών, άλλοι έφτιαχναν τα καρβουνά από τις ασφάκες και τα κλήματα και άλλοι χτυπούσαν τη μάζα στους λαξευμένους λάκκους των βράχων. Μόλις τα πολεμοφόδια ήταν έτοιμα , κατέβαιναν οι καλόγεροι του Προφήτη Ηλία με τα μουλάρια και την νύχτα τα ανέβαζαν στο απέναντι βουνό Μετόχι.

Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν τη νύχτα της 24ης προς την 25η Μαρτίου, ο Πανουργιάς δίχως να χάσει χρόνο κήρυξε την επανάσταση στην περιφέρεια των Σαλώνων κι έστειλε τον γαμπρό του και      υπαρχηγό του Θανάση Μανικά μαζί με τον Παπανδρέα από την Κουκουβίστα να στρατολογήσουν στα Βλαχοχώρια της Δωρίδας όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα, τον δε ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αι-Γιώργης κοντά στα Σάλωνα, για νάρθει σε επαφή με τους Γαλαξειδιώτες, ζητώντας σύμπραξη. Οι θαρραλέοι Γαλαξειδιώτες δέχτηκαν με ομόφωνο ενθουσιασμό το επαναστατικό κίνημα και ανακήρυξαν τον Γκούρα αρχηγό τους. Η συμμετοχή αυτή του Γαλαξειδίου είχε εξαιρετική σημασία. Δεν αύξανε μόνο το έτοιμο να κινηθεί πολεμικό σώμα του Πανουργιά, αλλά και του προσέφερε την συμβολή της θαλάσσης. Το Γαλαξίδι διέθετε 40 πλοία μεγάλα και μικρά, ικανά να εκμηδενίσουν την απειλή των τουρκικών πλοίων που ευρίσκονταν στον λιμένα της Ναυπάκτου. Εξασφαλίζετο λοιπόν η ελευθέρια του κορινθιακού κόλπου και η ανακοπή των συγκοινωνιών των τούρκων της περιφέρειας, καθώς και η επικοινωνία με τους πελοποννησίους. Τόσο ενθουσιάστηκε ο Γκούρας που δεν περίμενε να συνεννοηθεί με τον Πανουργιά, με τους 150 μαχητές του στάθμευσε τη νύχτα στο χωριό Αι-Γιώργης απ' όπου έστειλε γράμμα στον Πανουργιά, στον Προφήτη Ηλία, δηλώνοντας την επιθυμία του να << βαρέσει ταχιά τα Σάλωνα >> και ζητώντας άμεση βοήθεια. Ο Πανουργιας, γνωρίζοντας την αποφασιστικότητά του, έσπευσε να στείλει αγγελιοφόρο ζητώντας του να μην επιτεθεί έως ότου πάρει νεώτερη διαταγή του και να μην καταστρέψει από βιασύνη την επανάσταση. Ευτυχώς, ο Γκουρας συγκρατήθηκε.
Στους τούρκους των Σαλώνων είχαν προστεθεί και αρκετοί ομοεθνείς τους από το Αίγιο, διωγμένοι από τον επικείμενο κίνδυνο της επανάστασης. 
Ο τρόμος τους οδήγησε να οχυρωθούν στο ακατοίκητο τότε κάστρο μαζί με τις οικογένειές τους. 
Εξακόσιοι ένοπλοι κλείστηκαν εκεί αφού ζήτησαν βοήθεια από τις γειτονικές πόλεις. Για να ενισχύσει ο Πανουργιας τις ασθενέστερες αριθμητικά ελληνικές δυνάμεις, μεταχειρίστηκε ένα εκπληκτικό τέχνασμα, φρόντισε να φτάσουν στα σημεία που βρίσκονταν οι αρχηγοί των τμημάτων του ψεύτικες ειδήσεις <<αυτόπτη μαρτυρά>>, που δήθεν είχε δει στον όρμο των Σαλωνων ρωσικά καράβια.
<<Τι περιμένετε, λοιπόν, ακόμα>>; φώναξαν ενθουσιασμένοι οι οπλαρχηγοί. Το ηθικό των επαναστατών αναπτερώθηκε και ορμητικά άρχισαν να συρρέουν από όλη την Φωκίδα οι εθελοντές, φτάνοντας τελικά τους 520.
Στις 27 Μαρτίου, ξημερώματα, τα Σάλωνα βρέθηκαν σε κατάσταση πολιορκίας. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα δόθηκε το σύνθημα. Η πρώτη μεγάλη φωτιά φάνηκε στο Παλουμάκι της Δεσφίνας και ακολούθησαν οι άλλες στο Μετόχι του Προφήτη Ηλία, στον Κόφινα κοντά στα Λιβαδάκια, στον Αι-Θανάση στο ρέμα της Μηλιάς και στην Κουτσουρέρα πάνω από την Αγια-Θυμιά. Τα παλικαριά συγκεντρώθηκαν έξω από την πόλη σε τρία τμήματα: το αριστερό διοικούσε ο Γκούρας, το δεξιό ο Παπαντριάς και ο Θανάσης Μανίκας και το κέντρο ο Πανουργιάς. Οι Γαλαξιδιώτες έφεραν ψιλά όπλα, πολεμοφόδια και μικρά κανόνια από τα καραβιά τους. Ανάμεσά τους διακρινόταν ο Ιωάννης Καραλίβανος , αξιωματικός για πολλά χρόνια στα τούρκικα πλοία, και οι γενναίοι οπλαρχηγοί Γιάννης και Νικολάκης Μητρόπουλος. Η επίθεση άρτια οργανωμένη κράτησε 4 ώρες. Καθώς οι τούρκοι υποχωρούσαν για να κλειστούν στο κάστρο, ένας σκοπευτής τους, οχυρωμένος στα τούρκικα λουτρά (χαμάμ) έριξε και το βόλι βρήκε τον άτυχο Σταμάτη Τράκα στο μέτωπο. Ήταν ο πρώτος νεκρός στην πρώτη επίσημη μάχη της επαναστημένης Ρούμελης. Ο πατέρας του Θόδωρος Τράκας, βλέποντας νεκρό το παιδί του, έσφιξε την καρδιά και είπε στους στρατιώτες: <<Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται>>. Οι ελάχιστοι αρβανίτες που ξέμειναν στην πόλη παραδόθηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. 
Ωστόσο, οι Σαλωνίτες έκρυψαν για πολλές μέρες μέσα σε κάδους και πιθάρια τούρκικες οικογένειες με τις οποίες συνδέονταν φιλικά. 
Στην οικία του Αναγνώστη Κεχαγιά υψώθηκε το λάβαρο της επαναστάσεως.
Αμέσως συγκροτήθηκε Ελληνική Διοίκηση. 
Την αποτελούσαν οι Αναγνώστης Κεχαγιάς, Αναγνώστης Γιαγτζής, Ρήγας Κοντορήγας, Γιωργάκης Παπαηλιόπουλος, Ηλίας Κόκκαλης, Ευστάθιος Μαρκίδης ή Μαρκόπουλος, Δεστερλής, Βασίλειος Χαντζάρας, Ευθύμιος Κρανάκης, Παπαιωάννης Οικονόμος και Χαρίτος με πρόεδρο τον Επίσκοπο Ησαΐα.
Την ίδια μέρα άρχισε η πολιορκία του κάστρου. Τα μπρούτζινα Γαλαξειδιώτικα κανόνια στήθηκαν στο σπίτι του Στράγκα, που βρισκόταν στο άκρο της πόλης. Με τους πρώτους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν μια γυναίκα και δυο παιδιά και καταστράφηκαν δυο φορτώματα άλευρα των τούρκων. Καθώς όμως, οι υπόλοιποι πυροβολισμοί πήγαιναν χαμένοι, τα κανόνια μεταφέρθηκαν στα Μνήματα, πάνω από την συνοικία Χάρμαινα, κοντά στο στρατηγείο του Πανουργιά. Οι τούρκοι αρνούνταν να παραδοθούν, ελπίζοντας σε ενισχύσεις από Εύβοια και Λαμία. Ο Πανουργιάς κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε συμβούλιο, καμία πρόταση δεν φαινόταν αρκετά καλή, μέχρι που πήρε το λόγο ο Καραπλής. Ζήτησε μαραγκούς, σανίδια και πάτερα. Ήταν πρωταπριλιά, παραμονή του Λάζαρου. Στο χώρο κάτω από τα πηγάδια, ο Καραπλής κατασκεύασε σκαλωσιές και ανέβηκε μαζί με 30-40 παλικάρια , γκρεμίζοντας την στο τέλος.
<< Πως θα γυρίσουμε πίσω>>; ρώτησε κάποιος.
<<Εδώ ήρθαμε για να νικήσουμε ή να σκοτωθούμε>>, απάντησε ο Καραπλης. 
Το πρωί των Βαΐων ένας τούρκος κατέβηκε για νερό στα "πηγάδια". 
Μια μπαταριά και ξαπλώθηκε νεκρός. 
Χωρίς νερό, οι εχθροί περιήλθαν σε δεινή θέση. 
Η απόπειρά τους να καταλάβουν την πηγή στις 8 Απριλίου, έληξε άδοξα με 13 τούρκους νεκρούς, ανάμεσά τους και το πρωτοπαλίκαρο Χάιτας. 
Μη αντέχοντας την διψά, οι τούρκοι βρέθηκαν σε απόγνωση και έστειλαν τους μπέηδες να διαπραγματευτούν, ο Πανουργιάς τους υποσχέθηκε ασφάλεια ζωής, τιμής και περιουσίας. 
Στις 10 Απριλίου, ανήμερα της Λαμπρής, άνοιξε η πύλη του κάστρου και οι τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν παραδίδοντας τα όπλα στον Πανουργιά, μετά από 13 μέρες πολιορκίας. 
Το πρώτο ελεύθερο Πάσχα μετά από 4 αιώνες σκλαβιάς. 
Παρά την συνθήκη οι τούρκοι δολοφονούνταν άγρια από οποίον Έλληνα τους έβρισκε απομονωμένους. 
Πώς να ξεχαστούν τόσα χρόνια καταπίεσης, εξευτελισμών και βασανιστηρίων;
Και όταν έφτασε το μαντάτο ότι οι τούρκοι της Λαμίας ετοιμάζονταν να καταλάβουν τα Σάλωνα, ο Πανουργιάς, για να μην έχει μπρος και πίσω του εχθρούς, αποφάσισε να εξοντώσει όλους τους τούρκους. 
Η απόφαση πάρθηκε σε σύσκεψη με τους Διάκο και Δυοβουνιώτη. 
<<Απόφασης τοιαύτη κρίνεται βεβαίως και παράσπονδη και σκληρά, λαμβανομένης όμως υποψιών της εποχής, ως και του ηθικού των τούρκων, ωμολόγηται εξεναντίας έργον απολύτου ανάγκης>>. Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Οσμάν μπέης, χάρη στη φιλική συμπεριφορά που επέδειξε, όντας γενικός διοικητής των Σαλώνων, κυρίως με την άρνησή του να δολοφονηθούν τα παιδιά των δημογερόντων που είχαν συλληφθεί ως αντίποινα στην αρχή της επανάστασης. 
Οι Έλληνες τον αντάλλαξαν με δυο δικά μας παλικάρια στα Γιάννενα. 
Όταν δεν είχε μείνει ούτε ένας τούρκος ζωντανός, ο Πανουργιάς έδωσε διαταγή να ασφαλιστούν καλά τα πορτοπαράθυρα δυο σπιτιών και να συγκεντρωθούν εκεί οι τούρκικες οικογένειες για να γλιτώσουν - δήθεν - από ληστρική αρβανίτικη επιδρομή. Τα σπίτια πυρπολήθηκαν και τα γυναικόπαιδα των τούρκων κάηκαν ζωντανά. Στοματική παράδοση αναφέρει πως στην συνοικία<<Μάρμαρα>>, μεταξύ <<Γκιριζιού>> και <<Μάνδρας>>, ο Ταγκαλής έκαψε τα γυναικόπαιδα των τούρκων στο σπίτι του Γιάννη Στουρνάρα. Οι γείτονες διηγούνταν ότι άκουγαν τις σπαρακτικές κραυγές των τουρκισών:
<<Γιαλελή, Γιαλελή μη μας καίς Ταγκαλή>>.
Η κήρυξη της επανάστασης στα Σάλωνα και το πάρσιμο του κάστρου τους έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη του Αγώνα. 
Οι Έλληνες οπλίστηκαν με 600 όπλα και ανάλογα πολεμοφόδια, λάφυρα από τους έγκλειστους. Ο Παπαηλιόπουλος ανέλαβε το ταμείο της επαναστατημένης επαρχίας, φροντίζοντας να βοηθήσει και τις γειτονικές επαρχίες : Λιδωρίκι, Υπάτη, Καρπενήσι, Αταλάντη, Λιβαδειά. Οι ειδήσεις απλώνονταν σαν αστραπή. 
Στις 28 Μαρτίου 1821 ο Δήμος Σκαλτσάς, οπλαρχηγός Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, αμέσως μόλις έμαθε για την κατάληψη των Σαλώνων, συνεννοήθηκε με τον Αναγνώστη Λιδωρίκι, τον παπα-Γιώργη Πολίτη και άλλους προεστούς των δύο επαρχιών και με 60 δικούς τους αρματολούς και όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα, ύψωσαν την σημαία της ελευθερίας. Μετά την άλωση του κάστρου των Σαλώνων , οι Σαλωνίτες οπλαρχηγοί τράπηκαν προς βορρά. Ο Δυοβουνιώτης προέλασε προς τη Μεδενίτσα και το Τουρκοχώρι της Ελάτειας, κηρύσσοντας την επανάσταση και κυριεύοντας το μεσαιωνικό κάστρο της Βοδονίτσας (18 Απριλίου 1821). Ο Πανουργιας, μαζί με τον επίσκοπο Ησαΐα, προέλασαν, μέσω Γραβιάς, προς την Μονή Δαμάστας και από κει στο χωριό του Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια) το οποίο και κατέλαβαν στις 20 Απριλίου 1821.
Η μεγάλη νίκη των Ελλήνων στα Βασιλικά, στις 28 Αυγούστου του 1821, ήταν ανεπιφύλακτα συνέπεια της άλωσης του κάστρου των Σαλώνων. Οι Γκουρας, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς με τα ψυχωμένα παλικάρια τους, εκτελώντας στρατηγικό τέχνασμα του Δυοβουνιώτη, συνέτριψαν στρατό δεκαπλάσιο των τούρκων του Μπειράν πασά και ματαίωσαν κάθε ενδεχόμενο καθόδου τους στην Πελοπόννησο. Έδωσαν, έτσι, την ευκαιρία στους πελοποννήσιους να συνεχίσουν τον αγώνα τους και την πολιορκία της Τριπολιτσάς.
Τα Σάλωνα έμειναν ελεύθερα κατά τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, η πρωτόγνωρη αυτή αίσθηση ελευθέριας έγινε μήνυμα ελπίδας για τον υπόδουλο Ελληνισμό και το κάστρο των Σαλώνων, το πρώτο κάστρο που έπεφτε σε χέρια Ελληνικά, απόρθητο σύμβολο της επανάστασης που σαν άνεμος είχε αρχίσει να σαρώνει την τούρκικη τυραννία.
Πηγή: www.fokida.gr - Ερευνητή - Ιστορικό Δρόσο Κραββαρτόγιαννο

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 5/42 ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΘΕΝΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ


 300 Εξ αυτών σφαγιάστηκαν από τον Ελλάς 17 Απριλίου Ανήμερα Πάσχα 1944 από τους Άθεους διεθνιστές στο Κλήμα Δωρίδος , οι περισσότεροι ενώ ήσαν αιχμάλωτοι μετά από φρικτά βασανιστήρια , αρκετοί άλλοι βασανίστηκαν και εκτελεστήκαν κατά τη διάρκεια του έτους άλλα και τα έτη 1945 - 46 από ληστοσυμμορίες Ελασιτων που δεν ειχαν παραδώσει τα όπλα στη Βαρκιζα





















ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΓΩΝΟΣ ΤΟΥ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΥΖΩΝΩΝ







Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ ΤΟΥ ΕΛΑΣ (ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΡΟΝΟΣ) ΑΡΧΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1944



Μετά τήν άποτυχίαν τών διαπραγματεύσεων μεταξύ τών τριών οργανώσεων ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ-5/42 προς σχηματισμόν κυβερνήσεως καί ένοποίησιν του αντάρτικου αγώνος, τό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήρχισε νά δημιουργή νέα επεισόδια καί προστριβάς μέ τό 5/42.
Τό Σύν/μα, διά τής ελαστικής πολιτικής καί τών έν μέτρω υποχωρήσεων του, απέφυγε τάς προκλήσεις, διότι δεν ήθελε νά γίνη αιτία αίματοκυλίσματος καί εμφυλίου σπαραγμού. Παρά ταύτα τό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ολίγας ημέρας μετά τήν συμφωνίαν της Πλάκας, ήρχισε σωρείαν επιθετικών ενεργειών κατά του 5/42, αί όποιαι άπέβλεπον είς τό καταστρωθέν ύπό τής ηγεσίας αυτού σχέδιον τής ολοκληρωτικής διαλύσεως του.
Ούτω, τμήμα του Τάγματος Νικηφόρου του ΕΛΑΣ μέ τόν ιδιον επικεφαλής, έκύκλωσε τήν νύκτα τής 3 προς 4 Μαρτίου 1944 τό χωρίον Σερνικάκι καί αφήρεσε τά στρατιωτικά είδη τών αδειούχων ανταρτών του Συν/τος, έδειρε οπαδούς τούτου, άφήρεσεν 100 όκ. ελαίου άπό εθνικόφρονας κατοίκους καί άπήγαγεν 11  οπαδούς του 5/42, μεταξύ τών οποίων καί τόν Ύπολ/γόν Βλάϊκον Σπ.
Οί αντάρτες του ΕΛΑΣ έξεστόμισαν βαρείας ύβρεις καί άπειλάς κατά του Συν/τος.
Τήν ανωτέρω ένέργειάν του έδικαιολόγησεν ό Νικηφόρος, ισχυρισθείς οτι οί άδειουχοι αντάρτες του Συν/τος ήσαν λιποτάκται (κατ' αυτόν) καί οτι οι ιδικοί του άνδρες ήσαν γυμνοί καί ξυπόλητοι καί συνεπως ούτοι επρεπε νά χρησιμοποιήσουν τά είδη ταύτα.
Μετά μίαν ή δύο ημέρας τμήμα του Τάγματος Κρόνου του ΕΛΑΣ, άφώπλισεν 6 άντάρτας του υπολοχαγού Κοκκόρη Σ. είς Ερατεινήν, χωρίς καμμίαν δικαιολογίαν.
Τό τοιουτον πληροφορηθείς ό λοχαγός Ντούρος, ευρισκόμενος μετά του Αρχηγείου του είς Βιτρινίτσαν, συνέλαβε προληπτικώς τους ενόπλους οπαδούς του ΕΑΜ Βιτρινίτσης, τους όποιους άπέλυσεν ευθύς ώς ό Κρόνος άφήκεν ελευθέρους τους άνδρας του Ύπολ/γο Β Κοκκόρη.
Ό Κρόνος προέβαλεν πολύ αστείους Ισχυρισμούς διά τήν ένέργειάν του ταύτην.
Κατά τήν περίοδον ταύτην τήν διοίκησιν του Συν/τος Παρνασσίδος άνέλαβεν ό Ταγ/ρχης Παπαθανασίου Ιωάννης, ό οποίος είχε μέχρι τότε διατελέσει αντιπρόσωπος του 5/42 είς τό Κοινόν Γενικόν Στρατηγείο τών Ανταρτικών Σωμάτων.
Ούτος άφίχθη είς περιοχήν Ν. Δωρίδος μετά τά γεγονότα, οπου συνήντησε τόν Νικηφόρον είς Βιτρινίτσαν καί έζήτησεν εξηγήσεις διά τάς προκλήσεις του Ιδίου καί τών άλλων αρχηγών του ΕΛΑΣ.
Ό υπερόπτης νεαρός τότε Άνθ/χος Δημητρίου (Νικηφόρος), όχι μόνον προέβαλε κωμικάς δικαιολογίας, αλλά καί απέδειξε προς τόν πρώην καθηγητήν του τής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων πρωτοφανή άσέβειαν καί θράσος.
Εις δημοσίαν συζήτησιν μάλιστα,καί παρουσία ανταρτών καί κατοίκων του χωρίου είπε : «Δέν μπορώ νά καταλάβω πώς αυτός ό Φεραίος είχε τόσην στενήν άντίληψιν περί πατρίδος. Επίσης πώς έσκέπτοντο οι καθηγηταί μου στή Σχολή Ευελπίδων καί αυτοί οί ανώτεροι Άξ/κοί πού μέ έδίδασκαν γιά τήν πατρίδα καί βγάζω τό συμπέρασμα οτι ή εκείνοι πρέπει νά ήσαν κουτοί καί έγώ ισορροπημένος ή οπερ καί πιθανώτερον
εκείνοι Ισορροπημένοι μέν, αλλά έγώ Ιδιοφυία, πράγμα μάλλον βέβαιον»
Ενθυμούμαι μάλιστα οτι λέγων ταύτα είχε αναστρέψει τους οφθαλμούς μέ μαεστρίαν ηθοποιού καί προσέβλεπεν είς τό βαθύ άπειρον.
Αποδεικνύεται έκ τούτων, οτι πράγματι έπίστευεν πώς ήτο ενας νέος Ναπολέων, ώς ελεγεν.
Κατά τήν παραμονήν του είς Βιτρινίτσαν ό Νικηφόρος έπέρασε άπό Άνταρτοδικείον του ΕΛΑΣ ενα χωρικόν, διότι εκοψε ή έκλεψε μίαν κυψέλην ενός συμπατριώτου του.Ό πτωχός εκείνος οίκογενειάρχης κατεδικάσθη εις θάνατον καί έξετελέσθη έπί τόπου.
Κατά τάς ημέρας έκείνας προσεχώρησεν εις το 5/42 ό καπετάν Αίολος ("Εφ. Άνθ/γός Σταύρου) του ΕΛΑΣ μέ δύο άντάρτας του.
Ό αγνός ούτος πατριώτης δέν ήδύνατο νά άνεχθή πλέον τήν άντεθνικήν καί έγκληματικήν στάσιν του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ καί προ πολλου έπεζήτει νά έγκαταλείψη τό τμήμα του, αλλά παρηκολουθείτο άγρύπνως.
Ούτος μετέδωσε χρησίμους πληροφορίας εις τό 5/42 περί τής σχεδιαζόμενης δολοφονικής επιθέσεως του ΕΛΑΣ εναντίον του.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

24 Μαρτιου 1821 Η επανάσταση των Σαλώνων


Σαν σήμερα 24 Μαρτίου 1821κηρύσσεται η Επανάσταση για την Ανεξαρτησία, στην επαρχία των Σαλώνων (Άμφισσας).
Την Πέμπτη 24 Μαρτίου 1821, στον Προφήτη Ηλία, ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας όρκισε στο Ιερό Ευαγγέλιο τον πρωτεπαναστάτη της Ρούμελης (Ανατολική, Κεντρική & Δυτική Στερεά Ελλάδα), Πανουργιά Ξηρό ή γερο-Πανουργιά (1759 ή 1767 - 1834) και τα παλληκάρια του. Όρκος τους, ο Αγώνας για την Ελευθερία.
Ο γερο - Πανουριάς και τα παλληκάρια του, μετά από τρεις ημέρες, κατόπτευσης, προετοιμασίας αλλά και δισταγμού, τελικά, εφόρμησαν για την κατάληψη της πόλης και του Κάστρου των Σάλωνων.
Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν τη νύχτα της 24ης προς την 25η Μαρτίου, ο Πανουργιάς δίχως να χάσει χρόνο εκίνησε την επανάσταση στην περιφέρεια των Σαλώνων κι έστειλε τον γαμπρό του και υπαρχηγό του Θανάση Μανικά, μαζί με τον Παπανδρέα από την Κουκουβίστα, να στρατολογήσουν στα Βλαχοχώρια της Δωρίδας όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Τον δε ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αι-Γιώργης κοντά στα Σάλωνα, για νάρθει σε επαφή με τους Γαλαξιδιώτες, ζητώντας σύμπραξη.
Οι θαρραλέοι Γαλαξιδιώτες δέχτηκαν με ομόφωνο ενθουσιασμό το επαναστατικό κίνημα και ανακήρυξαν τον Γκούρα αρχηγό τους. Η συμμετοχή αυτή του Γαλαξιδίου είχε εξαιρετική σημασία. Δεν αύξανε μόνο το έτοιμο να κινηθεί πολεμικό σώμα του Πανουργιά, αλλά και του προσέφερε την συμβολή της θαλάσσης. Το Γαλαξίδι διέθετε 40 πλοία μεγάλα και μικρά, ικανά να εκμηδενίσουν την απειλή των τουρκικών πλοίων που ευρίσκονταν στον λιμένα της Ναυπάκτου. Εξασφαλίζετο λοιπόν η ελευθέρια του κορινθιακού κόλπου και η ανακοπή των συγκοινωνιών των τούρκων της περιφέρειας, καθώς και η επικοινωνία με τους πελοποννησίους.
Τόσο ενθουσιάστηκε ο Γκούρας που δεν περίμενε να συνεννοηθεί με τον Πανουργιά, με τους 150 μαχητές του στάθμευσε τη νύχτα στο χωριό Αι-Γιώργης απ' όπου έστειλε γράμμα στον Πανουργιά, στον Προφήτη Ηλία, δηλώνοντας την επιθυμία του να βαρέσει ταχιά τα Σάλωνα και ζητώντας άμεση βοήθεια.
Ο Πανουργιάς, γνωρίζοντας την αποφασιστικότητά του, έσπευσε να στείλει αγγελιοφόρο ζητώντας του να μην επιτεθεί έως ότου πάρει νεώτερη διαταγή του και να μην καταστρέψει από βιασύνη την επανάσταση. Ευτυχώς, ο Γκούρας συγκρατήθηκε.
«Ως η Αγία Λαύρα της Ρούμελλης εχει χαρακτηριστεί το μοναστήρι του Προφ. Ηλιού Παρνασσίδος για τον σημαντικό ρόλο του στον Αγώνα του 1821.Εκεί έκανε το ξεκίνημα της η Επανάσταση στην Ρούμελη με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαία και τον οπλαρχηγό Πανουργιά .Στις 24 Μαρτίου 1821 ορκίστηκαν τα παλικάρια και ύψωσαν την σημαία του Αγώνος.Τριάντα απο τους εκατό μοναχούς της μονής έπεσαν ηρωικώς μαχόμενοι κατά των Τούρκων στην μάχη της Χαλκομάτας,ένα μήνα μετά μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο». Ζωγραφική: Ιωάννα Ξέρα. 1,20 Χ 80
Απ’ τη σελίδα: Φίλοι του Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης στην Άμφισσα.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ (10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821)


Η απελευθέρωση τής Άμφισσας 
.
 Δημητρίου Φωτιάδη
 Τα Σάλωνα
……….Στη Ρούμελη οι προϋποθέσεις για σηκωμό στέκονταν πολύ πιο δύσκολες από το Μο­ριά. Βρισκόταν σιμά σε τέσσερεις σημαντι­κές τούρκικες βάσεις΄ Γιάννενα, Λάρισα, Βόλο, Εύ­βοια. Ήταν ευτύχημα βέβαια πως στα Γιάννενα ξακολούθαγε την αντίστασή του ο Αλήπασας. Οι στρατιωτικές όμως δυνάμεις που τον πολιορκούσαν μπορούσαν να στείλουν σημαντικά αποσπάσματα να χτυπήσουν τους επαναστάτες.
……….Αντιστάθμιζε όμως τούτη τη δυσκολία η ύπαρ­ξη μιας μαχητικής από αιώνες παράδοσης — η κλεφτουριά και τ’ αρματολίκια. Ένας στρατός σχεδόν έτοιμος, με θαυμάσια στελέχη για τον άταχτο πόλεμο­, που τόσο τον ευνοούσαν τα βουνά της Ρού­μελης.
……….Οι καπεταναίοι που πήραν μέρος στη σύσκεψη της Άγιας Μαύρας άρχισαν, αφού για λίγο λούφα­ξαν, να φτάνουν ένας ένας στα λημέρια τους. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος άφησε τη φαμελιά του στους Παξούς κι αφού πήγε στην Πάτρα για να πάρει οδη­γίες από τον Ρώσο πρόξενο Ιωάννη Βλασσόπουλο, που ήταν από τα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Ε­ταιρίας στο Μοριά, πέρασε στη Ρούμελη. Κρίνον­τας πως η συμμετοχή των Γαλαξειδιωτών στον αγώ­να, με τα σαράντα καράβια τους, θα ήταν αποφασι­στική καθώς θα μας χάριζε στην αρχή της επανά­στασης τη θαλασσοκρατία στον Κορινθιακό κόλ­πο, τους έστειλε τούτο δω το γράμμα, ένα από τα πιο χαραχτηριστικά τού Εικοσιένα:
Αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται,
……….Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μια μέρα και να χυθούμε κατεπάνω στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στη σκλα­βιά και το σπαθί των Τούρκων ν’ ακονιέται εις τα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μας από­μεινε; Οι εκκλησιές μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων.
 ……….Κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα. Η φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκρισι των Τούρ­κων. Τίποτα, αδέρφια, δεν μας έμεινε. Δεν είναι πρέπον να σταυρώσουμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό. Ο Θεός μας έδωσε χέρια, γνώσι και νου. Ας ρωτήσουμε την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάμωμεν μια ώρα αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε το κεφάλι μας.
 ……….Τώρα η Τουρκία είναι μπερδεμένη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη κατεπάνω μας. Ας ωφεληθώμεν από την περίστασι, όπου ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονα μας έστειλε δια ελόγου μας. Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια, ή να ξεσκλαβωθούμε, ή να πεθάνουμε. Και βέβαια καλύ­τερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε Χριστιανός και Έλληνας.
……….Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, τιμές και δόξες. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας. Γιατί το σπαθί τού Οδυσσέα δεν χορατεύει. Έπειτα κοντά στα άλλα ενθυμούνται τον πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθειαν, αδέρφια. Δεν θέλω εγώ μο­νάχα να καλοπερνώ και το γένος μου να βογκά στη σκλαβιά. Μου καίγεται η καρδιά μου σα βλέπω και συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν.
 ……….Από το Μωρηά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου. Μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος το πως θα με ακολουθήσετε και σεις. Αν εσείς κάμετε αρχή από τη μια μεριά, κι εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη. Γιατί ο κόσμος φοβάται. Μα σαν ίδη ελόγου σας, που έχετε τα καράβια και ξέρετε καλύτερα τα πράγματα το πως σηκώνετε το μπαϊράκι, θενά τελειώση ότι καλύτερο το πράγμα.
 ……….Περιμένω απόκρισι με τον ίδιο που φέρνει το γράμ­μα μου. Τη μπαρούτη και τα βόλια τα έλαβα και τα εμοίρασα. Να με οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύη και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω στους Πατρατσικιώτας. Τού Πανουριά τα λόγια μην τα πολυακούτε. Είναι φοβιτσιάρης. Μα σαν το σηκώσωμε εμείς, αλλέως δεν μπορεί να πράξη πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.
……….Αύριο το βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα εύρη τον Γκούραν για να μιλήση σαν να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε. Είναι παιδί δικό μας και καλό παλληκάρι.
……….Χαιρετίσματα σ’ όλους πέρα και πέρα. Σας χαι­ρετώ και σας γλυκοφιλώ.
22 Μαρτίου 1821.
Ο αγαπητός σας Οδυσσέας Ανδρούτσος
……….Κι όμως στο πραγματικά έξοχο αυτό γράμμα έκα­νε ο Ανδρούτσος δυο λαθεμένες εκτιμήσεις. Η μια για τον Γκούρα, που έπειτα από λίγα χρόνια θα στα­θεί ο δήμιος του στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η άλλη για τον Πανουργιά. Όχι, δεν ήταν φοβιτσιάρης. Αντίθετα αυτός πρώτος χτύπησε στη Ρούμελη τον Τούρκο, χαρίζοντας στους Έλληνες μια σημαντική νίκη κι ένα κάστρο.
……….Ο Πανουργίας είχε πατέρα τσομπάνο, τον Ξηρο-δημήτρη69. Τ’ όνομά του, όπου μ’ αυτό έμεινε γνω­στός στην ιστορία, το χρωστά, καθώς ανιστοράνε, σε τούτο δω τ’ αστείο περιστατικό. Ο νουνός του, νομίζοντας πως το παιδί που θα βάφτιζε ήταν κο­ρίτσι, όταν ο παπάς τον ρώτησε τι όνομα τού δίνει, τού αποκρίθηκε «Πανώρια». Κι ο παπάς, δίχως να καλοκοιτάξει, βάφτισε τ’ αρσενικό παιδί με θηλυκό όνομα. Ξέσπασαν όλοι στα γέλια, επειδή όμως λο­γαριάστηκε πως μια κι ο παπάς είπε τ’ όνομα τού παιδιού θα στεκόταν αμάρτημα να τ’ αλλάξουν, τον ονόμασαν Πανουργιά.
 ……….Όταν ξέσπασε η επανάσταση δεν ήταν πια νέος. Είχε καβατζάρει τα εξήντα. Μα η λεβεντιά συντρό­φευε ακόμα τα γκρίζα μαλλιά του. Ο λαός, που πάν­τα λάτρεψε τα παλικάρια, του είχε κάνει τραγούδι:
  Τα που βροντούν, μωρ’ Πανουργία, τα που βροντούν τα χαϊμαλιά,
μωρέ Λάμπρο Σουλιώτη70, τα που βροντούν τ’ αλύσια;
 Στου Πανουργία τα γόνατα, στου Πανουργία τη μέση,
εκεί βροντούν τα χαϊμαλιά, εκεί βροντούν τ’ αλύσια.
………..Αφού ροβόλησε τα ρουμελιώτικα βουνά χρόνια κλέφτης, γίνηκε τέλος πρωτοπαλίκαρο τού Οδυσσέα Ανδρούτσου και με τη μεσιτεία του τζοανταραίος τού Αλήπασα. Όταν τα σουλτανικά ασκέρια πολι­όρκησαν τον περιβόητο βαλή, το έσκασε κι ο Πανουργίας, όπως είχαν κάνει κι ο Ανδρούτσος, κι ο Καραϊσκάκης και τόσοι άλλοι. Κατέβηκε στα Σά­λωνα και με το έτσι θέλω πήρε από τον Σολιώτη τ’ αρματολίκι. Είχε κάτω από τις προσταγές του εξήν­τα παλικάρια. Ανάμεσα τους ήταν κι ο Γκούρας.
 ……….Η ψυχή του ανάσαινε έλατο, θυμάρι και λευτεριά. Έτσι, όταν στις 24 τού Μάρτη έμαθε το σηκωμό της Πάτρας, πήρε τους λεβέντες του και τράβηξε για το μοναστήρι τού Προφήτη Ηλία. Φωνάζει τους προεστούς και τους λέει πως θ’ ανεμίσει το μπαϊρά­κι τού σηκωμού και θα χτυπήσει τους Τούρκους. Στ’ αναμεταξύ έφτασαν στα Σάλωνα οι Τούρκοι της Βοστίτσας, τού Αιγίου δηλαδή, τρομοκρατημένοι άπ’ όσα έτρεξαν στο Μοριά. Η δύναμη των ντόπιων Τούρκων μαζί μ’ εκείνους που ήρθαν από τη Βοστίτσα δεν ήταν αψήφιστη· έφτανε τα εξακόσια ντουφέκια.
……….Ο Πανουργίας στέλνει στο Γαλαξείδι τον Γκούρα, τον γαμπρό του Μανίκα και τον Παπαντρέα να στρατολογήσουν. Οι Γαλαξειδιώτες με προθυμία δέχονταιν’ αντιβγούν στο δυνάστη όχι μονάχα στη θάλασσα, παρά και στη στεριά. Όταν κάπως δυνάμωσε ο Πανουργιάς αποφασίζει, αν και τ’ ασκέ­ρι του ήταν πιο αδύναμο από το τούρκικο των Σαλώνων, να χτυπήσει, λογαριάζοντας πως το χειρό­τερο άπ’ όλα θα ήταν να χασομερήσει δίνοντας καιρό στους εχθρούς να συνεφέρουν και να ετοιμαστούν.
……….Επειδή όμως έβλεπε πολλούς να είναι δισταχτικοί, σκαρφίζεται τούτο δω το κόλπο. Ορμηνεύει κά­ποιον της εμπιστοσύνης του να πάει στην Ιτέα κι όταν γυρίσει να πει πως είδε τάχα στον κόρφο το ρούσικο στόλο. Όταν ήρθε και ξεφούρνισε την ψεύ­τικη είδηση, φωνάζει ο Πανουργίας:
—Αδέρφια, τι καρτεράμε;
 ……….Ξεχύνονται — ήταν 27 τού Μάρτη — να πάρουν την πολιτεία. Οι Τούρκοι, βλέποντας την ορμή τους, την παρατάνε κι ανεβαίνουν στο φράγκικο κάστρο, που τα ερείπια του ίσαμε τις μέρες μας ωσάν κορώνα στέκονται πάνω από την Άμφισσα, καθώς λένε τα Σάλωνα τώρα.
……….Τους μπλοκάρουν από παντού οι δικοί μας. Άδικα καρτεράνε βοήθεια οι Τούρκοι και το λιγοστό νερό που είχαν τελειώνει. Δεν τους μένει άλλο παρά να παραδοθούν σ’ αυτούς, που ως χτες είχαν σκλάβους τους.
 Φτάνουνε οι μπέηδες στο στρατόπεδο των χαΐνηδων.
— Ποιος είναι ο αφέντης σας να προσκυνήσουμε; ρωτάνε.
—Εγώ είμαι πια ο αφέντης σας κι εμένα θα προσκυνήσετε! τους αποκρίνεται περήφανα ο Πανουργιάς.
……….Παραδόθηκαν στις 10 τού Απρίληανήμερα Λαμπρή. Ένα από τα πιο δυνατά κάστρα της Ρού­μελης βρισκόταν στα χέρια των δικών μας. Μα το πιο σημαντικό άπ’ όλα ήταν τα ντουφέκια που πή­ρανε οι ξεσηκωμένοι. Εξακόσιοι ακόμα Έλληνες είχανε άρματα να πολεμήσουν το δυνάστη.
……….Πιο πέρα, πάνω στο δρόμο που από την Άμφισσα οδηγά στη Ναύπαχτο, ο Σκαλτσάς κι ο Αναγνώ­στης Λιδωρίκης λευτέρωσαν, στις 28 τού Μάρτη, το Λιδωρίκι.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
69. Ο Γούδας λέει πως ο Ξηροδημήτρης ήταν προεστός στο χωριό Δρέμισα της Παρνασσίδας («Βίοι Παράλληλοι», τ. Η’, σ. 237).
70. Ο Λάμπρος Σολιώτης διεκδικούσε κι αυτός τ’ αρματο­λίκι της Παρνασσίδας. που τελικά το πήρε ο Πανουργίας.
71. Ταχυδρόμος.
72. Τη σοδειά σου.
73. Το μοναστήρι στο Λυκούρεσι, νοτιοδυτικά της Χαιρώ­νειας.

Πηγή:
Η Επανάσταση του ´21, Εκδόσεις Ν. Βότση, Αθήνα 1977
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ        www.egolpion.com (10/4/2011)