Σκοπός μας δεν είναι να ξύσουμε πληγές, ούτε να εξάψουμε μίση και πάθη, αλλά να ρίξουμε άπλετο φως σε σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας μας.

Λαός ο οποίος δεν γνωρίζει το παρελθόν του και δεν τιμά τους προγόνους του και τον τόπο που γεννήθηκε δεν έχει μέλλον.

 

Αφιερώνουμε αυτή τη Σελίδα ως ελάχιστο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στους Ήρωες που έχυσαν το αίμα τους η έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τη Δημοκρατία, την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδος μας και τις ατομικές ελευθέριες που απολαμβάνουμε σήμερα όλοι μας.

 

Κάποιοι σύνδεσμοι λόγο μεταφοράς αρκετών σελίδων από το Pathfinder  δεν λειτουργούν, ζητούμε συγγνώμη για την αναστάτωση θα αποκατασταθούν

 

 

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

Το αντάρτικο στη Θεσσαλία: ΕΣΑΠ, η Εθνική Αντιστασιακή Οργάνωση του Ταγματάρχη Κωστόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Αθανασόπουλος

Η ιστορία της Εθνικής Αντίστασης μέχρι τώρα έχει επικεντρωθεί περισσότερο στην μελέτη των δυο μεγαλύτερων οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Περισσότερο στην πρώτη, με την έκδοση πολλών μελετών και βιβλίων, που συχνά προπαγανδίζουν την τότε κομματική γραμμή παρά την αντικειμενική ιστορική αλήθεια.

Η όποια μελέτη ή έστω παρουσίαση μικρότερων αλλά πολύ σημαντικών αντιστασιακών οργανώσεων, γίνεται συνήθως με απαξιωτικό τρόπο. Ιδιαίτερα εάν οι οργανώσεις αυτές δεν εντάχθηκαν ή δεν είχαν αγαστή συνεργασία με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί η οργάνωση «Εθνικός Στρατός Απελευθερωτικής Προσπάθειας» (ΕΣΑΠ), που έδρασε στη Δυτική Θεσσαλία.

Υπήρξε δημιούργημα του Ταγματάρχη Γεωργίου Κωστόπουλου, απότακτου αξιωματικού του Κινήματος του 1935, και επίσημα η δράση της ξεκίνησε στις 16 Νοεμβρίου 1942. Προηγουμένως ο Κωστόπουλος είχε μυηθεί μέσω ενός φίλου του στο τοπικό ΕΑΜ, αλλά δεν είχε ορκισθεί εξαιτίας της επιθυμίας του να διαβάσει πρώτα το Καταστατικό του, κάτι το οποίο δεν συνέβη ποτέ. Τότε ο Κωστόπουλος αντιλαμβανόμενος ότι πίσω από το ΕΑΜ βρισκόταν το ΚΚΕ κράτησε ιδιαίτερα επιφυλακτική στάση.

Η αρχική δύναμη του ΕΣΑΠ έφτανε στις αρχές του 1943 τους 250 αντάρτες. Ωστόσο ο Κωστόπουλος ήδη από τα τέλη του 1942 προσπαθούσε να διευρύνει την οργάνωσή του. Από τα τέλη Δεκεμβρίου 1942 δέχθηκε την ομάδα του Κωστορίζου (25 ανταρτών), που εγκατέλειψε τον ΕΛΑΣ του Βελουχιώτη εξαιτίας της διαφωνίας τους με το σχέδιο διάλυσης της οργάνωσης του Ζέρβα, που είχε οργανώσει ο ίδιος ο Βελουχιώτης μετά την επιχείρηση Χάρλινγκ. Τότε ο ΕΛΑΣ επικήρυξε τον «προδότη» Κωστορίζο και τους άνδρες του και έλαβε την αφορμή να επιτεθεί κατά του Ζέρβα, νομίζοντας ότι εκεί κατέφυγαν οι «αποστάτες». Η ουσία όμως είναι ότι αυτοί εντάχθηκαν στον ΕΣΑΠ αν και αρχικά είχαν σκοπό να φτάσουν στο αρχηγείο του ΕΔΕΣ.

Την ίδια περίοδο, τον Δεκέμβριο του 1942, ο Κωστόπουλος προσπαθεί να συνεννοηθεί με άλλες Εθνικές Οργανώσεις και ξεκινά επαφή με τον στρατηγό Ζέρβα. Στις 18 Δεκεμβρίου έγραφε ο ίδιος:

Στρατηγέ μου,

Έλαβα το γράμμα σας και βρέθηκα στην ευχάριστο θέσι να έλθω εις επικοινωνίαν μαζί σας, πράγμα που από πολλού χρόνου επιθυμούσα. Επειδή δέ ο απεσταλμένος σας μου εδήλωσε ότι η επιθυμία μου αυτή συμπτίπτει με την ιδικήν σας, σας παρακαλώ να μου ορίσητε προσπωπικήν συνέντευξιν εις σύντομον χρόνον και τόπον εκείνον που ο απεσταλμένος σας γνωρίζει προφορικώς. Πιστεύω ακραδάντως ότι η προσωπική επαφή θα επιλύσει πολλάς εκκρεμότητας.

Πίνδος, 18 Δεκ. 1942

Ο αρχηγός Δυτικής Θεσσαλίας

Γεώργιος Κωστόπουλος

Αρχές του 1943 αρχίζει να κινητοποιείται το «πανδημοκρατικό» αντάρτικο, που είχε ως στόχο να ενώσει τις οργανώσεις που είχαν ως αποκλειστικό σκοπό τον πόλεμο κατά του κατακτητή και την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το σχέδιο εκπονήθηκε από τον Έντυ Μάγιερς, αρχηγό της Βρετανικής Αποστολής στην Ελλάδα και τους απότακτους βενιζελικούς αξιωματικούς Ναπολέοντα Ζέρβα και Στέφανο Σαράφη. Εν τω μεταξύ ο Σαράφης είχε αναπτύξει τις σχέσεις του με τον Κωστόπουλο και είχε οριστεί ουσιαστικά «συναρχηγός» του ΕΣΑΠ. Σκοπός του ήταν να δημιουργήσει τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών Θεσσαλίας, όπως είχε συμφωνήσει με τους Μάγιερς και Ζέρβα.

Το σχέδιο των τριών είχε ως σκοπό να σταματήσει τον εμφύλιο που το ΚΚΕ είχε αποφασίσει να εφαρμόσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 1942. Ωστόσο ένα γεγονός – σταθμός στην εξέλιξη της υπόθεσης του αντάρτικου της Δυτικής Θεσσαλίας άλλαξε τα δεδομένα. Αυτό ήταν ο αφοπλισμός της οργάνωσης των Κωστόπουλου – Σαράφη από δυνάμεις του ΕΛΑΣ.

Ο αφοπλισμός του ΕΣΑΠ από τον ΕΛΑΣ

Ο υπεύθυνος του ΚΚΕ-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην περιοχή της Θεσσαλίας, Κώστας Καραγιώργης, αναστατώθηκε όταν έμαθε πως ο Σαράφης είχε ανέβει στα βουνά για να ενώσει τις Εθνικές Οργανώσεις. Χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν «ταξικός εχθρός» που έπρεπε να εξουδετερωθεί με το όποιο τίμημα. Σε διαφορετική περίπτωση το μονοπώλιο του ΕΛΑΣ στην αντίσταση θα κινδύνευε σοβαρά. Τότε καταστρώθηκε ένα λεμπτομερές σχέδιο που είχε ως στόχο να πλανέψει τον Κωστόπουλο, δείχνοντας του αρχικά φιλική διάθεση και επιθυμία συνεργασίας κατά των κατακτητών.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1943, ο Κωστόπουλος ενημερώνεται από τους αντάρτες του ότι ο Καπετάν Κόζιακας του ΕΛΑΣ (Θωμάς Πάλλας κατά κόσμον) έρχεται προς τα μέρη που ήλεγχε ο ΕΣΑΠ και ζητά συνεννοήσεις με στόχο τη συνεργασία των δύο οργανώσεων. Ο Κωστόπουλος δέχθηκε. Στην αρχή το κλίμα δεν ήταν φιλικό. Ο Σαράφης θα γράψει για την συνάντηση εκείνη (Ο ΕΛΑΣ, σ. 79): «[…] Συστηθήκαμε επίσης και ο Κωστόπουλος πρόσθεσε: «Τι Κόζιακας, ποιό είναι το πραγματικό σου όνομα;». Εκείνος απάντησε πως το πραγματικό του όνομα είναι υποχρεωμένος να κρατάει μυστικό, σύμφωνα με τις αρχές της οργάνωσής του. Ο Κωστόπουλος σε τόνο οξύ είπε πως μόνον οι κακοποιοί κρύβουν το όνομά τους και η κατάσταση οξύνθηκε».

Η συνέχεια ωστόσο ήταν πιο φιλική. Ο Κόζιακας σταλμένος από τον Καραγιώργη είχε στόχο να κατασκοπεύσει τον «εχθρό». Την δυναμική του και κυρίως τον ρόλο του Σαράφη. Η πρώτη συνάντηση δεν είχε αποτέλεσμα. Ορίστηκε όμως νέα στο Μοναστήρι του Ντούσικου, όπου είχαν εγκατασταθεί ο Σαράφης, ο Κωστόπουλος και οι αντάρτες του ΕΣΑΠ. Ο Κόζιακας ζήτησε εσκεμμένα προσωρινή αναβολή της συνάντησης και προχώρησε στη β’ φάση του σχεδίου. Άντρες του ΕΛΑΣ συνέλαβαν στην Καρδίτσα τον ταγματάρχη Αντωνόπουλο, φίλο και συνεργάτη του Κωστόπουλου, που ανέβαινε στο βουνό για να ενταχθεί στον ΕΣΑΠ. Η είδηση όπως ήταν βέβαιο έφτασε άμεσα στα αυτιά του Κωστόπουλου. Άμεσα ο ίδιος με τον Σαράφη και την δύναμή τους φτάνουν στο Βούνεσι όπου είχε το τοπικό αρχηγείο του ο ΕΛΑΣ και ζητούν την άμεση απελευθέρωση του ταγματάρχη Αντωνόπουλου. Καθώς ήταν βράδυ όμως, πείσθηκαν από τον Νικηταρά του ΕΛΑΣ να αναπαυθούν και να συζητήσουν το επόμενο πρωί.

Γύρω στις 3 τα ξημερώματα και ενώ η αποστολή του ΕΣΑΠ αναπαυόταν δύναμη του ΕΛΑΣ εισβάλει στα καταλύματα και αφοπλίζει όλους τους αντάρτες της οργάνωσης. Ημερομηνία του αφοπλισμού του ΕΣΑΠ και οριστικού θρυμματισμού των σχεδίων για το μεγάλο και ενιαίο πανδημοκρατικό αντάρτικο ήταν η 3η Μαρτίου 1943. Ο ίδιος ο Κωστόπουλος έγραψε αργότερα στην σχετική έκθεσή του για τον αφοπλισμό:

«Την νύκτα της 2 προς 3 Μαρτίου του 1943, διά απάτης εις χωρίον Μορφοβούνιον Καρδίτσης, αφοπλίσθη τμήμα του Κεντρικού Αρχηγείου υπό των κομμουνιστών συλληφθέντων του τε Γενικού Αρχηγού του ΕΣΑΠ και του Αρχηγού του κεντρικού Αρχηγείου Λοχαγού Καραμπέκου Θωμά. Τον αφοπλισμόν τούτον επηκολούθησεν αφοπλισμός και των άλλων αρχηγείων του ΕΣΑΠ και εκτέλεσις τριακοντατριών εκ των μαχικωτέρων στελεχών του ΕΣΑΠ. Πολλοί των ανταρτών μετά του Γενικού Αρχηγού και του Αρχηγού Καραμπέκου ωδηγήθησαν εις χωρίον Κολοκυθιά Φθιώτιδος ένθα ο Γενικός Αρχηγός και ο αρχηγός Καραμπέκος κατεδικάσθησαν εις θάνατον υπό ανταρτικής συνελεύσεως αλητών, προεδρευομένη υπό του τότε Συντ/ρχου Σαράφη.

Μετά επίμονον επέμβασιν του εν Ελλάδι Αρχηγού της Συμμαχικής Αποστολής Άγγλου Ταξιάρχου EDWARD MAYERS (ΕΝΤΥ) και του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής αφέθημεν ελεύθεροι ανασταλείσης της εκτελέσεώς μας την 1-5-43. […]».

Πολλά έχουν ειπωθεί για τον ρόλο του Στέφανου Σαράφη. Γεγονός αναμφισβήτητο είναι πως ο ίδιος αν και χλευάστηκε φυλακισμένος από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δέχτηκε, κατά ένα περίεργο τρόπο, να αναλάβει Στρατιωτικός Αρχηγός της οργάνωσης, δίπλα στον Πολιτικό Καθοδηγητή Ανδρέα Τζήμα και τον Καπετάνιο Άρη Βελουχιώτη. Τότε πάρθηκαν μέσα σε μια νύχτα οι κατηγορίες της Πανθεσσαλικής Επιτροπής του ΕΑΜ κατά του Σαράφη, που τον αποκαλούσαν συνεργάτη και άνθρωπο των Ιταλών κατακτητών μεταξύ άλλων. Οι κατηγορίες ήταν ίδιες και για τα υπόλοιπα στελέχη του ΕΣΑΠ και αξίζει να τονισθεί πως για αυτούς που δεν ακολούθησαν το παράδειγμα του Σαράφη, αυτές δεν αποσύρθηκαν.

Το ΕΑΜ βάσει σχεδίου ενημερώνει τον Ζέρβα με επιστολή, που υπέγραφαν γνωστά ονόματα Καπεταναίων του ΕΛΑΣ, στις 7 Μαρτίου 1943, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Φίλε Ζέρβα, οι προδόται Σαράφης – Κωστόπουλος αφοπλίσθησαν, από τα γενναία τμήματα περιλαμβάνοντα συνειδητούς αντάρτας και θα δικασθούν εις το Έκτακτον Στρατοδικείον, μαζί με τους συνεργαζόμενους με αυτούς προδότας αξιωματικούς…». Από την περίοδο αυτή αρχίζουν να γενικεύονται οι εμφύλιες επιθέσεις του ΕΛΑΣ κατά άλλων εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων με στόχο να μην υπάρχει καμία άλλη οργάνωση έξω από το ΕΑΜ. Μάλιστα απείλησαν και τον Ζέρβα πως αν δεχθεί αντάρτες του ΕΣΑΠ στην οργάνωσή του θα «τον έριχναν στη θάλασσα».

Ενδεικτική είναι η αναφορά του οπλαρχηγού του ΕΔΕΣ Δυτικής Θεσσαλίας, Σωτήρη Μπάλλα, για τον αφοπλισμό του ΕΣΑΠ:

Προς τον Αρχηγόν Ενόπλων Δυνάμεων ΕΔΕΣ

1. Ομάδες Κωστόπουλου αφωπλίσθησαν υπό ΕΑΜικών ομάδων Νικηταρά και υπολοίπων.

2. Αφωπλίσθησαν περί τους 150 άνδρες του Κωστόπουλου.

3. Κρατούνται υπό των ΕΑΜικών Ομάδων Κωστόπουλος, Σαράφης και λοιποί.

4. Ομάδες Βλάχου μετ’ άλλων εφεδρικών ομάδων ενώνονται προς αντιμετώπισιν κινδύνου εις χωρίον Πορτή.

5. Ενεφανίσθη ΕΑΜική ομάς του Ολύμπου  με δύναμιν 120 ανδρών. Παραμένει εις χωρίον Μουζάκιον.

6. Δύναμις ομάδων Νικηταρά 70.

7. Παρακαλώ διατάξετε τι στάσιν τηρήσω.

8. Αφοπλισμός εγένετο την παρελθούσαν νύκτα καθ΄ήν ώραν ο Κωστόπουλος και λοιποί ευρίσκοντο εις καταλύμματά των.

9. Αποστείλατέ μας υλικόν πολεμικόν, είδη υποδήσεως κλπ.

Σωτήριος Μπάλλας

Μετά σεβασμού

Δρακότρυπα 2.3.43

ώρα 14.55

Εν κατακλείδι, ο αφοπλισμός του ΕΣΑΠ αποτέλεσε την αρχή του κατοχικού εμφυλίου πολέμου, όπου το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ άρχισε να δίνει προτεραιότητα στον πόλεμο κατά Ελλήνων και όχι κατά των κατακτητών. Ο Μάγιερς ζήτησε εκείνη την εποχή από το Κάιρο να σταματήσει την ενίσχυση του ΕΛΑΣ γιατί απεδείχθη πως δεν είχε σκοπό τον πόλεμο κατά του Άξονα. Δυστυχώς η πρόταση του δεν εισακούστηκε και το ελληνικό κίνημα αντίστασης δοκιμάστηκε καθότι πέρα από τον πόλεμο κατά των εισβολέων προέκυψε ο εμφύλιος σπαραγμός.

Πηγές:

  1. Θέμης Μαρίνος, Ο εφιάλτης της Εθνικής Αντίστασης, β’ τόμος, Παπαζήσης, Αθήνα 2003.

  2. Έντυ Μάγιερς, Ελληνική περιπλοκή, Εξάντας, Αθήνα 1975.

  3. Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Γρηγόρης Σούρλας ο Καπετάνιος της Θεσσαλίας, Πελασγός, Αθήνα 2016.

  4. Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1999.

  5. Σόλωνας Γρηφοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Α’, Polaris, Αθήνα 2009.

  6. Ιωάννου Β. Αθανασόπουλου, Ναπολέων Ζέρβας και το έπος της Εθνικής Αντιστάσεως του ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ, Πελασγός, Αθήνα 2015.

  7. Απομνημονεύματα Στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, Μέτρον, Αθήνα 2000.

  8. Βασιλείου Γ. Μπαλτογιάννη, Εθνική Αντίστασις ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, Αθήναι 1986.

Πηγή: Το αντάρτικο στη Θεσσαλία: ΕΣΑΠ, η Εθνική Αντιστασιακή Οργάνωση του Ταγματάρχη Κωστόπουλου – Ελληνικά Χρονικά

*

Σημείωση: Μετά τον αφοπλισμό και την διάλυση των τμημάτων του ΕΣΑΠ και των αρχηγείων τους ο Κωστόπουλος Γεώργιος διέφυγε στο Κάϊρο της Αιγύπτου όπου βρισκόταν η Ελληνική κυβέρνηση φτάνοντας την 7 Σεπτεμβρίου 1943. Εκεί ανέλαβε επιτελικός αξιωματικός του Υπουργείου των Στρατιωτικών μέχρι της 2ης Σεπτεμβρίου 1944 όπου μέσω Ιταλίας επέστρεψε στην ελεύθερη περιοχή του ΕΔΕΣ και τον Νοέμβριο έφτασε στην Αθήνα για να αναλάβει ως διοικητής του 143 Τάγματος.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή

 

Γιάννης Μουρέλος

Η επομένη μιας Καταστροφής (Σεπτέμβριος 1922 – Ιανουάριος 1923). Καταγραφές στα Διπλωματικά Αρχεία της Γαλλίας

 

Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι η απαρίθμηση των γεγονότων που διαδέχθηκαν την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου τον Σεπτέμβριο του 1922, ούτε η ανάλυση της θλιβερής πολιτικής και ψυχολογικής κατάστασης της Ελλάδας την επομένη της εθνικής καταστροφής. Θεωρώντας τα γεγονότα αυτά ως δεδομένα, προκρίθηκαν το πνεύμα και η οπτική γωνία υπό την οποία η γαλλική διπλωματία αντέδρασε καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου που καλύπτει το κίνημα του στρατού, την παραίτηση και αποχώρηση του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα, την δίκη και εκτέλεση των έξι προσώπων, τα οποία θεωρήθηκαν ως υπεύθυνα για την καταστροφή, τέλος, τη δίκη και αποχώρηση από την Ελλάδα του πρίγκηπα Ανδρέα.

Τα όσα έπονται εντάσσονται πρωτίστως στο διπλωματικό περίγραμμα που τα περιβάλλει. Η ανάλυση των εσωτερικών προβλημάτων και διεργασιών έρχεται μοιραία σε ελάσσονα μοίρα. Με άλλα λόγια, το κείμενο αξιολογεί τη δραστηριότητα, την οποία ανέπτυξαν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία) καθώς και οι διπλωματικοί τους εκπρόσωποι στη ελληνική πρωτεύουσα.

Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται προέρχονται από τα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.[1] Καλύπτουν και γεγονότα, στα οποία η Γαλλία δεν είχε ευθεία ανάμειξη. Επόμενο είναι να υφίστανται κενά στη ροή των γεγονότων ή ακόμα και μια υποκειμενική αξιολόγηση της όλης κατάστασης. Δεν υπήρξε αντιπαραβολή με άλλες πηγές προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά ή να διορθωθούν ενδεχόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε στο ακέραιο η αντίδραση των γαλλικών διπλωματικών κύκλων, έτσι όπως εκδηλώθηκε το φθινόπωρο του 1922, με άλλα λόγια, η εν γένει στάση της Γαλλίας έναντι της Ελλάδας στις δύσκολες εκείνες ώρες. Τέλος, όλες οι ημερομηνίες αποδίδονται με γνώμονα το Γρηγοριανό (νέο) ημερολόγιο.

***

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε κίνημα στις τάξεις του ελληνικού στρατού, ο οποίος, εγκαταλείποντας τη Μικρά Ασία, είχε συγκεντρωθεί στη Χίο και στη Λέσβο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις των επαναστατών, έχοντας ως επικεφαλής τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, αποβιβάζονταν στην Αττική. Η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου υπέβαλε την παραίτησή της στις 27 Σεπτεμβρίου. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποχώρησε στις απαιτήσεις της επαναστατικής επιτροπής και με διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό γνωστοποίησε την απόφασή του να εγκαταλείψει τον θρόνο. Τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος.

Σε ένα μακρύ υπόμνημα, το οποίο απηύθυνε προς την προϊσταμένη του αρχή στο Παρίσι, το υπουργείο Στρατιωτικών, ο στρατιωτικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα, λοχαγός de Colombel, επιχείρησε μια πρώτη αξιολόγηση της έκρυθμης κατάστασης που είχε προκύψει. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το στρατιωτικό κίνημα δεν αποτελούσε απόρροια κάποιας λαϊκής κινητοποίησης. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν ήταν παρά μια επιδέξια κίνηση με στόχο την επάνοδο στην ηπειρωτική Ελλάδα των φυγαδευμένων στα νησιά του Αιγαίου στρατιωτικών δυνάμεων. Καταργώντας το κωνσταντινικό καθεστώς, οι επικεφαλής του κινήματος προσέφεραν στις τελευταίες μια θαυμάσια πρόφαση, προκειμένου να καλύψουν την υποχώρησή τους. Ολόκληρο αυτό το “κοπάδι από λιποτάκτες” (sic) είχε σταθεί τυχερό, εφόσον μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην Αθήνα ατιμώρητο, ενώ λίγο νωρίτερα, τη στιγμή που εγκατέλειπε τη Σμύρνη, ήταν αντιμέτωπο με την απειλή κυρώσεων.[2]

Η άφιξη της ηγεσίας του κινήματος στην Αθήνα.

Παρά τις νέες, δραματικές, εξελίξεις, η κυβέρνηση του Παρισιού δεν έδειξε να μεταβάλλει τη στάση της ούτε στο ελάχιστο. Το Quai d’ Orsay (υπουργείο Εξωτερικών) συνέχισε την πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει από τον Νοέμβριο του 1920 και κατόπιν, όταν ο ελληνικός λαός, μέσω διενέργειας βουλευτικών εκλογών και δημοψηφίσματος, είχε ταχθεί υπέρ της επανόδου του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Έκτοτε, η γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα διατηρούσε επαφή με το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών για την διεκπεραίωση τρεχουσών εκκρεμοτήτων αποκλειστικά και μόνο. Ταυτόχρονα, δεν έκρυβε την απέχθειά της έναντι του νέου (αντιβενιζελικού) κυβερνητικού σχήματος και των Ανακτόρων. Την ίδια ακριβώς στάση διατήρησε και έναντι του στρατιωτικού κινήματος, έστω και αν το τελευταίο διέθετε βενιζελική απόχρωση.

Η εξέγερση και οι οπαδοί της θα επιθυμούσαν πρωτίστως να ξανακερδίσουν την εύνοια της Γαλλίας, της οποίας την εχθρική πολιτική θεωρούν σαν την κύρια αιτία της καταστροφής. Πιστεύουν ότι η ανατροπή του Κωνσταντίνου ισοσκελίζει απέναντί μας την ενθρόνιση του Νοεμβρίου 1920. Όσο μεγάλο κι αν είναι το μέγεθος της χίμαιρας που περικλείεται σε αυτό το σκεπτικό, είναι δύσκολο να πειστούν ότι η επανάσταση (…) δεν μπορεί να ασκήσει καμιά επίδραση στις προθέσεις και στις πράξεις μας (…) Ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αξιωματικοί με περιορισμένη πείρα στα πολιτικά ζητήματα, αισθανόμενοι την κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν, συχνά επηρεάζονται από αντιφατικές συμβουλές”, τηλεγραφούσε ο Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα, προς τον Raymond Poincaré, πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.[3]

Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι Νικόλαος Πλαστήρας και Αλέξανδρος Παπαναστασίου μετέβησαν στη γαλλική πρεσβεία. Την ίδια στιγμή κυκλοφορούσαν φήμες περί επικείμενης εκτέλεσης πέντε συλληφθέντων πρώην υπουργών (Γούναρης, Στράτος, Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης, Γούδας). Σύμφωνα πάντοτε με τις ίδιες φήμες, η εκτέλεσή τους θα ακολουθούσε, δίχως καθυστέρηση, τη δίκη τους από ένα έκτακτο στρατοδικείο. Ο Γάλλος πρεσβευτής και άλλοι ομόλογοί του είχαν ήδη μεσολαβήσει υπέρ των συλληφθέντων, υποστηρίζοντας πως η προσφυγή στη στρατιωτική δικαιοσύνη θα προκαλούσε αλγεινή εντύπωση στη διεθνή κοινή γνώμη.

Το κτήριο της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Henri Chassain de Marcilly, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα.

Ωστόσο, το αντικείμενο της προαναφερθείσας επίσκεψης ήταν άλλο. Επρόκειτο για την τύχη του Κωνσταντίνου, για την οποία ζητήθηκε η γνώμη της Γαλλίας. Ο Marcilly συνέστησε ιδιαίτερη προσοχή. Εξομολογήθηκε προς το Quai d’ Orsay την ανησυχία του ότι για τον έκπτωτο βασιλιά, όπως και για τους υπουργούς, το πνεύμα της εκδίκησης, ενισχυμένο και από την επικράτηση του κινήματος, πιθανόν να επηρέαζε στο άμεσο μέλλον επιλογές και αποφάσεις των ηγετών του τελευταίου. Μάλιστα, από κοινού με τον Βρετανό συνάδελφό του, Sir Francis Oswald Lindley, είχε έγκαιρα συμβουλεύσει την επαναστατική επιτροπή να διορίσει μια πολιτική κυβέρνηση, στην οποία και θα ανέθετε τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Ο Lindley είχε τοποθετηθεί υπέρ της απομάκρυνσης της βασιλικής οικογένειας από την Ελλάδα το ταχύτερο δυνατόν, για λόγους ασφαλείας. Η απάντηση του Quai d’ Orsay υπήρξε αρνητική. Αναγνωρίζοντας το ανθρωπιστικό πνεύμα των εισηγήσεων των δυο διπλωματών, ο Poincaré συνέστησε μετριοπάθεια και προσεκτικούς χειρισμούς. Ο Marcilly έλαβε οδηγίες να αποφύγει οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία ή δήλωση, που κινδύνευε να χαρακτηρισθεί ως παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα του ελληνικού κράτους.[4]

Sir Francis Oswald Lindley, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, τον δρόμο της εξορίας. Την προηγουμένη είχε σχηματισθεί κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος απουσίαζε τη στιγμή εκείνη στη Βιέννη. Χρέη πρωθυπουργού ανέλαβε ο υπουργός Εσωτερικών Σωτήριος Κροκιδάς. Το υπουργείο Εξωτερικών ανατέθηκε στον Νικόλαο Πολίτη. Οι κύκλοι της γαλλικής πρεσβείας δεν έκρυψαν τον προβληματισμό και την ανησυχία τους εξαιτίας της αδιάλειπτης παρουσίας της επαναστατικής επιτροπής στο πλευρό της νέας κυβέρνησης. Οι Γονατάς και Πλαστήρας ενέπνεαν κάποια σχετική εμπιστοσύνη. Ήταν όμως αισθητός ο φόβος ότι τα ακραία στελέχη του κινήματος μπορούσαν να τους παρασύρουν στη λήψη ακραίων μέτρων.[5]

Από την έκρηξη του κινήματος και μετά, η Ελλάδα ζει κάτω από μια απόλυτη εξουσία. Πρόκειται για την πενταμελή επαναστατική επιτροπή, η οποία δείχνει αμήχανη ως προς τη χρήση της ισχύος που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ ασκεί εικονικά τα καθήκοντά του (…). Είναι γεγονός ότι ο πυρήνας της επανάστασης είναι οι βενιζελικοί κύκλοι. Ωστόσο, η ταχεία εξάπλωση και τελική επικράτηση οφείλεται στο γεγονός ότι συμπεριέλαβε στις τάξεις της σημαντικό αριθμό βασιλοφρόνων αξιωματικών. Ήταν επομένως αναγκασμένη να λειτουργήσει υπερκομματικά. Για το σκοπό αυτό, οι βενιζελικοί αξιωματικοί, συσπειρωμένοι γύρω από το πρόσωπο του συνταγματάρχη Πλαστήρα (…) επέλεξαν ως αρχηγό έναν βασιλόφρονα, τον συνταγματάρχη Γονατά. Οι βασιλόφρονες αντιμετώπισαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου ως μέρος της άτυπης αυτής συμφωνίας. Από τη δική τους πλευρά, οι βενιζελικοί αρκέστηκαν στην απλή διαδοχή στο θρόνο (…) δίχως να επιδιώξουν καθεστωτική μεταβολή”, τηλεγραφούσε ο Marcilly.[6]

Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι επικρατούσε διαφορετική αντίληψη: “Ο κ. Βενιζέλος μου ανακοίνωσε σήμερα ότι η ύπαρξη νέου βασιλιά ουδόλως τον απασχολεί. Πιστεύει ότι η παραίτησή του θα κριθεί αναγκαία έπειτα από τη σύγκλιση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και πως η προκήρυξη του αβασίλευτου πολιτεύματος είναι αναπόφευκτη. Έως τότε, ο βασιλιάς δεν πρόκειται να κυβερνήσει. Επομένως, δεν τίθεται ουσιαστικό ζήτημα αναγνώρισης ή μη του τελευταίου εκ μέρους μας” τηλεγραφούσε ο Poincaré στις 6 Οκτωβρίου προς την Αθήνα. Πρόκειται για δηλώσεις, στις οποίες ο Βενιζέλος επανήλθε στη διάρκεια επίσκεψής του στη γαλλική πρεσβεία του Λονδίνου στις 22 του ιδίου μήνα.[7] Άραγε ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε ορθή αντίληψη της κατάστασης, η οποία επικρατούσε στην Αθήνα, ή μήπως είμαστε μάρτυρες της ύπαρξης μιας πρώτης ρωγμής στις τάξεις του κινήματος; Τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παραθέτουν επαρκή στοιχεία γύρω από το σημαντικό αυτό ζήτημα.[8]

Υπήρχε και ένα δεύτερο ζήτημα, όπου τη φορά αυτή διαπιστωνόταν απόλυτη σύμπνοια: η ενοχή της κυβέρνησης Γούναρη, στην οποία το στράτευμα και εν συνεχεία η κυβέρνηση επέρριπταν την ευθύνη της καταστροφής. Πέρα από τους πέντε υπουργούς, την επομένη της επικράτησης του κινήματος είχαν συλληφθεί και οι στρατηγοί Χατζηανέστης, Δούσμανης και Κωνσταντινόπουλος, ο συνταγματάρχης Τσόντος και οι Χαράλαμπος Βοζίκης, πρώην διοικητής της Θράκης και Γεώργιος Μπαλτατζής. Στις 26 Οκτωβρίου έφθασε στην Αθήνα προερχόμενος από την Κέρκυρα ο πρίγκιπας Ανδρέας, ο οποίος οδηγήθηκε στη φυλακή. “Όσο για την γενική καταδίκη του γουναρικού συστήματος, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως είναι ισάξιας σημασίας με την εχθρότητα έναντι του Κωνσταντίνου, με ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα για την πολιτική μας: το ότι παραμερίζει από το πολιτικό προσκήνιο όσους επί οκτώ χρόνια μάς αντιμάχονταν συστηματικά. Θα ήταν συνεπώς ανακριβές να συμπεράνουμε ότι η επανάσταση στερείται ειλικρίνειας και ότι πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους” παρατηρούσε κυνικά ο Marcilly.

Ο Γάλλος διπλωμάτης διαπίστωνε παράλληλα ότι, τέσσερις εβδομάδες έπειτα από την επικράτηση του κινήματος και μέσω μιας αναμενόμενης επαναστατικής διαδικασίας, το κέντρο βάρους έκλινε προς όφελος των βενιζελικών στοιχείων, τοποθετημένων σε κομβικές θέσεις. Η ομάδα αυτή δεν είχε να επιδείξει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα και στερείτο πειθαρχίας. Μοναδικό μέλημα ήταν η εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων. Οι βασιλόφρονες, αντίθετα, μπορούσαν ακόμα να προσβλέπουν σε έναν καλά οργανωμένο μέχρι πρόσφατα, μηχανισμό, ανεπτυγμένο σε ολόκληρη την επικράτεια με χρήση επιτροπών και πρακτόρων. Παρά το γεγονός ότι οι κυριότεροι εκπρόσωποί τους βρίσκονταν έγκλειστοι στη φυλακή αντιμέτωποι με βαριές κατηγορίες, ο λόγος και το ύφος των βασιλοφρόνων δεν πρόδιδαν σημεία αποθάρρυνσης ή ηττοπάθειας. Αντίθετα, έδειχναν αποφασισμένοι να προωθήσουν στο προσκήνιο νέα πρόσωπα, με σημαντικότερο τον Ιωάννη Μεταξά.

Έχοντας αποφύγει προσωρινά την εκτέλεση χάρη στην παρέμβαση των ξένων διπλωματών που υπηρετούσαν στην Αθήνα, οι φυλακισθέντες υπουργοί και ανώτατοι αξιωματικοί ανέμεναν να οριστεί η τύχη τους από τη βουλή που θα σχηματιζόταν έπειτα από διενέργεια εκλογών. Φαίνεται πως η εκκρεμότητα αυτή δεν ήταν της αρεσκείας της ακραίας πτέρυγας του κινήματος. Η τελευταία θεωρούσε επιζήμια την όποια χρονική παράταση και απαιτούσε την άμεση τιμωρία των υπευθύνων. Σύμφωνα με τον Marcilly και τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας, ήταν ένας τρόπος να εξαγνιστεί η ανεπάρκεια που επέδειξαν οι αξιωματικοί του ηττημένου στρατού κατά την τελευταία φάση των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Από την πλευρά τους, οι βενιζελικοί πολιτικοί κύκλοι επιθυμούσαν να απαλλαγούν το ταχύτερο από αντιπάλους, η δραστηριοποίηση των οποίων μπορούσε να προβεί επικίνδυνη ενόσω θα διαρκούσε η προεκλογική εκστρατεία. Οι παραπάνω παράγοντες συνέβαλαν τελικά στην παραπομπή, στις 25 Οκτωβρίου, των κατηγορουμένων ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου. Η έκδοση του σχετικού με τη σύσταση του τελευταίου αναγκαστικού διατάγματος προκάλεσε δυσφορία στους κύκλους των ξένων πρεσβειών. Το άρθρο 18 του συντάγματος αναγνώριζε την κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικά εγκλήματα. Εάν οι κατηγορούμενοι δικάζονταν από κοινό ποινικό δικαστήριο, τότε ο αποκλεισμός της θανατικής καταδίκης ήταν δεδομένος. Επιπρόσθετα, το αναπόφευκτο χρονικό διάστημα μέχρι τη διενέργεια των εκλογών και τη συνακόλουθη σύγκληση της νέας βουλής εθεωρείτο από την επαναστατική επιτροπή ως σπατάλη χρόνου. Ολοένα και περισσότερο επηρεασμένη από τα ακραία στελέχη, η τελευταία ήταν πλέον της άποψης ότι τα πάντα “έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα”. Κατόπιν τούτου, αποφασίστηκε οι κατηγορούμενοι να προσαχθούν ενώπιον του εκτάκτου στρατοδικείου.[9]

Το κατηγορητήριο πρόσαπτε τη συνειδητή εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας, κέρδος της συνθήκης των Σεβρών, την μη έγκαιρη ενημέρωση για την εκκένωση και ορισμένους άστοχους χειρισμούς σε πολιτικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Ειδική αναφορά γινόταν στην απόσυρση στρατιωτικών δυνάμεων από το μέτωπο και τη μεταφορά τους στη Θράκη ενόψει μιας επέμβασης κατά της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που διατάραξε στην πρώτη γραμμή του μετώπου τους συσχετισμούς προς όφελος των κεμαλικών. Ο πρίγκιπας Ανδρέας, διοικητής Σώματος Στρατού κατά τη μάχη του Σαγγάριου, βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατηγορία ότι δεν είχε εκτελέσει οδηγίες της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, με συνέπεια καταστρεπτικά αποτελέσματα. Την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, “άτομο αδίστακτο και επικίνδυνο”.[10]

Την ίδια ακριβώς στιγμή, μια φήμη περί προσεχούς εκτέλεσης δυο ή τριών υπουργών άρχισε να διαχέεται στην κοινή γνώμη. Οι υποκινητές είχαν διττό σκοπό: αφενός να πείσουν τις ξένες Δυνάμεις για τη σοβαρότητα του κινήματος και αφετέρου να τρομοκρατήσουν την κοινή γνώμη αποθαρρύνοντας την αντιβενιζελική παράταξη από οποιαδήποτε προοπτική αντίπραξης. “Στρέφοντας τις ανακρίσεις προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται πως αγνοούν το γεγονός ότι η ήττα ήταν κυρίως μια άτακτη φυγή, ότι οι στρατιώτες στην πλειοψηφία τους αρνήθηκαν να πολεμήσουν και ότι οι αξιωματικοί αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων(…) Συνεπώς, η δίκη αποτελεί μια έκνομη επαναστατική ενέργεια. Ήδη στον Τύπο κυκλοφορούν πληροφορίες περί συνοπτικών διαδικασιών. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο και προφανώς μοιραίο για τους κ.κ. Γούναρη, Θεοτόκη και Στράτο τουλάχιστον. Για το σκοπό αυτό έχει οργανωθεί μια δραστήρια προπαγάνδα (…). Όσο περισσότερο εκδηλώνεται αβεβαιότητα σχετικά με την διενέργεια εκλογών, άλλο τόσο διαπιστώνεται μια αναζωπύρωση των παραδοσιακών αντιπαραθέσεων της ελληνικής πολιτικής ζωής, προς το χειρότερο όμως. Δεν αποκλείεται να βιώνουμε ήδη τα πρώτα συμπτώματα του παραπάνω φαινομένου”, έγραφε ο Marcilly στις 26 Οκτωβρίου.[11]

Στο σημείο αυτό, και για μια καλύτερη κατανόηση των όσων έπονται, είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στη στάση που υιοθέτησαν οι ξένες Δυνάμεις, πάντοτε σύμφωνα με τα στοιχεία που περικλείονται στα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Η Γαλλία συνέχισε να κρατά αποστάσεις από τις ελληνικές αρχές και μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Ο Marcilly, κατόπιν οδηγιών προερχομένων από το Παρίσι, απέφυγε να αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ωστόσο, στους επικεφαλής του κινήματος, δήλωσε πως η αποφυγή μιας δικαστικής παρωδίας θα λειτουργούσε προς όφελος της κυβέρνησης.

Η θέση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν περισσότερο λεπτή. Η πολιτική, την οποία είχε υιοθετήσει ήδη προ πολλού, ήταν μια συνεχής ενθάρρυνση προς την κατεύθυνση μιας ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. “Το Foreign Office έσπρωξε τους Έλληνες προς την καταστροφή τους. Ό,τι και αν συνέβη, ο κ. Lloyd George δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι συμβουλές και η εν γένει στάση του ήταν εκείνες που ώθησαν τον κ. Γούναρη και τους οπαδούς του να επιμείνουν στην προσπάθειά τους στη Μικρά Ασία. Το Λονδίνο, έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του όλα τα πλεονεκτήματα, παραπλάνησε τους Έλληνες μέχρι τέλους, αφήνοντας να πλανάται η ελπίδα μιας υλικής και οικονομικής βοήθειας που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι Έλληνες προχώρησαν και όταν έχασαν το παιγνίδι, οι Βρετανοί τους εγκατέλειψαν στην τύχη τους”, έγραφε ο Γάλλος στρατιωτικός ακόλουθος.

Παρά ταύτα, η Μεγάλη Βρετανία αναλώθηκε σε μια προσπάθεια διάσωσης των πρώην υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Σε αντιδιαστολή με τον Γάλλο ομόλογό του, ο Lindley εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις με την αντιβενιζελική παράταξη. Τέλος, και ενδεχομένως αυτός να ήταν ο πραγματικός λόγος της βρετανικής παρέμβασης, άρχισε να καλλιεργείται αρκετός θόρυβος γύρω από το είδος των σχέσεων ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο, μέχρι τίνος σημείου δηλαδή και με τι είδους υποσχέσεις το Foreign Office είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα ως προς την εν γένει εμπλοκή της στη Μικρά Ασία. Ο Γούναρης, σε μια στιγμή απελπισίας ενόψει της θανατικής καταδίκης, ήταν πιθανό να προβεί σε αποκαλύψεις καθ’ όλα ενοχλητικές για την βρετανική κυβέρνηση.

Ακόμα και στην περίπτωση της δίκης, η Ιταλία δεν παρέκκλινε από την παραδοσιακή της στάση, που προσέβλεπε στην πάση θυσία αποφυγή επανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ρώμης, μια τέτοια προοπτική, ακόμα και κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες, ενείχε κινδύνους για τις δικές της φιλοδοξίες. Για εντελώς διαφορετικούς λόγους επομένως, ο πρεσβευτής Giulio Cesare Montagna υιοθέτησε ανάλογη στάση με εκείνη του Βρετανού συναδέλφου του, υπέρ της διάσωσης των κατηγορουμένων.

Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Benito Mussolini και ο πρεσβευτής στην Αθήνα Giulio Cesare Montagna.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν οι αποστάσεις της γερμανικής πρεσβείας από τα τεκταινόμενα, παρά το γεγονός ότι διακυβευόταν η ίδια η ζωή πολιτικών προσωπικοτήτων, που κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν εκδηλώσει γερμανόφιλα αισθήματα. Η πρόσφατη ακόμα ήττα της Γερμανίας και τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία η τελευταία αντιμετώπιζε από την επομένη κιόλας της λήξης του πολέμου, συνηγορούσαν υπέρ μιας αποστασιοποιημένης συμπεριφοράς στην υπόθεση της δίκης.

Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, την περισσότερο ιδιόρρυθμη στάση τηρούσαν οι ΗΠΑ, καθώς δεν είχαν αναγνωρίσει ούτε τον Κωνσταντίνο ούτε τις μετά τον Νοέμβριο 1920 διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις, υποβαθμίζοντας την διπλωματική τους εκπροσώπηση στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο επιτετραμμένος Jefferson Thomas Caffery αρκέστηκε στο να υπογραμμίσει προς τον Πλαστήρα τη δυσάρεστη εντύπωση που θα προκαλούσε στη χώρα του μια ενδεχόμενη εκτέλεση πολιτικών προσωπικοτήτων τη στιγμή της άφιξης στην Ελλάδα ενός κλιμακίου του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού προς συνδρομή των προσφύγων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

Τέλος, από τις σύμμαχες χώρες, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μιμήθηκε τη στάση της Γαλλίας. Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου δεν επιθυμούσε παρέμβαση προς διάσωση πολιτικών προσώπων, τα οποία επί τόσα χρόνια είχαν αρνηθεί να σεβαστούν συμβατικές υποχρεώσεις ανάμεσα στις δυο γείτονες χώρες.

Οι κυβερνήσεις των ουδετέρων κρατών (Ισπανία, Ολλανδία, Σουηδία) λειτούργησαν ευνοϊκά έναντι των κατηγορουμένων, συμμετέχοντας σε όλα τα κοινά διαβήματα περί αποτροπής της εκτέλεσης. Η γενικότερη αίσθηση που επικρατούσε στους κόλπους του ξένου διπλωματικού σώματος στην Αθήνα, απέδιδε τη σκλήρυνση της στάσης της επαναστατικής επιτροπής σε μια προσπάθεια της τελευταίας να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα αλλά και να αναβάλλει την διενέργεια των εκλογών. Ως προς αυτό, οι πρόσφυγες, που ισοδυναμούσαν με το 1/6 του συνολικού πληθυσμού, αποτελούσαν μια εκλογική πελατεία, την οποία η επιτροπή σχεδίαζε να αξιοποιήσει προς όφελός της, μαζί με το σώμα των αξιωματικών.[12]

Με το που τα παραπάνω έγιναν αισθητά, τα διαβήματα του Βρετανού πρεσβευτή προς τις ελληνικές αρχές πολλαπλασιάστηκαν και άρχισαν να γίνονται ολοένα και περισσότερο πιεστικά. Το Foreign Office, φοβούμενο ότι οι απλές συστάσεις δεν επαρκούσαν πλέον, αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Στις 11 Νοεμβρίου, ο Lindley ζήτησε τη δέσμευση πως σε περίπτωση έκδοσης θανατικής καταδίκης, οι κατηγορούμενοι δεν θα τουφεκίζονταν. Ο Νικόλαος Πολίτης δεν απέρριψε το διάβημα, απάντησε ωστόσο ότι η γνώμη της επαναστατικής επιτροπής ήταν προηγουμένως απαραίτητη. Σε ένα δεύτερο διάβημα την επομένη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, φανερά εκνευρισμένος, χαρακτήρισε τις εν γένει ενέργειες του Βρετανού πρεσβευτή ως ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά πράγματα της χώρας. Ταυτόχρονα, γνωστοποίησε στον τελευταίο πως η επαναστατική επιτροπή είχε αρνηθεί να παράσχει παρόμοια υπόσχεση. Στις 13 Νοεμβρίου, πρώτη ημέρα της δίκης, ο Lindley κατέθεσε ρηματική διακοίνωση, επιβεβαιώνοντας επίσημα όλα τα μέχρι τότε προφορικά του διαβήματα. Στις 15, ο Έλληνας υπουργός επισκέφθηκε την βρετανική πρεσβεία διαβεβαιώνοντας πως η υπόθεση με την επαναστατική επιτροπή είχε τακτοποιηθεί. Κανένας κατηγορούμενος δεν επρόκειτο να τουφεκιστεί. Υπόσχεση, την οποία επανέλαβε στις 18 Νοεμβρίου.[13]

Ζητώντας οδηγίες από το Παρίσι στις 15 Νοεμβρίου σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, ο Marcilly εκφραζόταν ως εξής: “Ο Βρετανός συνάδελφός μου (…) προέβη τις τελευταίες ημέρες σε πιεστικά διαβήματα προκειμένου να αποφευχθούν οι εκτελέσεις. Χαρακτήρισε τη διενέργεια της δίκης ως πράξη αντίθετη προς το Σύνταγμα και τους νόμους του ελληνικού κράτους (…) Ο Ιταλός πρεσβευτής ευθυγραμμίστηκε με την παραπάνω άποψη. Σε ό,τι με αφορά, κράτησα απόσταση και απέφυγα να τοποθετηθώ. Πληροφορούμαι πως και άλλοι συνάδελφοι ετοιμάζουν διάβημα προς την ελληνική κυβέρνηση υπέρ της μείωσης της ποινής αμέσως μετά την ανακοίνωση της καταδίκης (…). Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο αρκεί για να γλυτώσει τους κυριότερους κατηγορούμενους από το εκτελεστικό απόσπασμα. Είναι πιθανόν να δοθεί χάρη σε δυο ή τρεις από αυτούς, έναντι των οποίων το μίσος της επιτροπής είναι μικρότερο, προς ικανοποίηση των ξένων διπλωματών”.[14]

Οι οδηγίες με προέλευση το Παρίσι έφτασαν στην Αθήνα δυο ημέρες αργότερα. Το Quai d’ Orsay διέθετε πληροφορίες, προερχόμενες από το Λονδίνο, σύμφωνα με τις οποίες ο Πολίτης, εμφανώς εκνευρισμένος από τα αλλεπάλληλα διαβήματα του Lindley, είχε επιστήσει την προσοχή του λόρδου Curzon, υπουργού Εξωτερικών, στο ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία των πρεσβευτών υπέρ των κατηγορουμένων θα καθιστούσε αδύνατη μια πιθανή πράξη μεγαλοψυχίας εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Με αυτά τα δεδομένα, ο Poincaré καλούσε για μια ακόμη φορά τον Marcilly να κρατήσει αποστάσεις μέχρι νεωτέρας.[15]

Στις 17 Νοεμβρίου πάντοτε, ο κόμης Vanutelli, πρέσβης της Ιταλίας στο Παρίσι, αποκάλυψε ότι ανάλογες πληροφορίες, σχετικές με τα διαβήματα του Lindley και τον συνακόλουθο εκνευρισμό των ελληνικών αρχών, είχαν φτάσει και στη Ρώμη. Θέλοντας να αποτρέψει τις εκτελέσεις, ο πρωθυπουργός Benito Mussolini πρότεινε κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, δίχως όμως την κατάθεση ρηματικής διακοίνωσης όπως είχε πράξει ο Lindley. Ταυτόχρονα, ο Montagna υπήρξε αποδέκτης οδηγιών να ευθυγραμμιστεί με τις θέσεις του Βρετανού. “Ο Βρετανός συνάδελφός μου δεν μού έκρυψε ότι θα ξεφορτωνόταν ευχαρίστως έναν τόσο φορτικό σύμμαχο, η παρέμβαση του οποίου, υπαγορευμένη από τα συνήθη κίνητρα της ιταλικής πολιτικής, δεν μπορούσε παρά να μειώσει τις δικές του πιθανότητες επιτυχίας” τηλεγραφούσε σχετικά ο Marcilly.[16]

Η δίκη στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου.

Στις 20 Νοεμβρίου, έβδομη ημέρα της δίκης, ο Πολίτης μετέβαλε εκ νέου τη στάση του, δηλώνοντας ότι στο ζήτημα της δίκης η επαναστατική επιτροπή επιθυμούσε να διατηρήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων. Όσο για την ελληνική κυβέρνηση, ευρισκόμενη ανάμεσα στον φόβο να απολέσει την βρετανική υποστήριξη και τη νέα τοποθέτηση της επαναστατικής επιτροπής, εξέφραζε πλέον αμφιβολίες ως προς την διάσωση των υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα.[17]

Τα διαβήματα του Lindley αξιολογήθηκαν προσεκτικά από τους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας. Η απήχησή τους στην κοινή γνώμη, σε συνδυασμό με αυστηρές συστάσεις του λόρδου Curzon προς τον Δημήτριο Κακλαμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο, είχε θορυβήσει τις ελληνικές αρχές. Ο Πολίτης μάλιστα, δεν έκρυψε την πικρία του προς τον Marcilly. Σε περίπτωση που οι ελληνικές αρχές ικανοποιούσαν τα βρετανικά διαβήματα και οι κατηγορούμενοι ακολουθούσαν την οδό της εξορίας, η κυβέρνηση του Λονδίνου έπρεπε να εγγυηθεί ότι δεν επρόκειτο να επανέλθουν στην Ελλάδα. Συνάμα όμως υπήρχε και η αντίθετη εκδοχή. Η παρέμβαση της Μεγάλης Βρετανίας ήταν δυνατόν να εκληφθεί ως απροκάλυπτη παροχή προστασίας προς τους κατηγορούμενους. Σε αυτή την περίπτωση, η αντιβενιζελική παράταξη μπορούσε να ελπίζει σε ενδυνάμωση του κύρους της σε επίπεδο ελληνικής κοινής γνώμης, τόσο σε βάρος της επαναστατικής επιτροπής όσο και σε βάρος των Συμμάχων. Οποιαδήποτε και αν ήταν η ορθότητα των παραπάνω εκτιμήσεων, η Γαλλία προσέδιδε μεγάλη προσοχή στα βρετανικά διαβήματα. Η Ελλάδα, θέλοντας και μη, ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με τις αξιώσεις του Λονδίνου, τη στιγμή μάλιστα που ξεκινούσαν στη Λωζάνη οι εργασίες της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, όπου η στήριξη του Λονδίνου ήταν απαραίτητη για την απομονωμένη διπλωματικά Ελλάδα. Κυβέρνηση και Ανάκτορα ήταν πεπεισμένοι γι’ αυτό. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την επαναστατική επιτροπή εάν δεν παρασυρόταν από την ακραία πτέρυγα των αξιωματικών.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να τηρηθούν τα προσχήματα. Για το λόγο αυτό θα συνεχιστούν μέχρι τέλους οι αντιδράσεις των ιθυνόντων για τυπικούς και μόνο λόγους. Ψιθυρίζεται μάλιστα ότι σχεδιάζεται δυναμική παρέμβαση με στόχο το λυντσάρισμα των κατηγορουμένων εντός της φυλακής (…). Τα θεμελιώδη κίνητρα της βρετανικής πολιτικής είναι ξεκάθαρα και είναι φυσικό η κυβέρνηση του Λονδίνου, μέσω της έκτακτης νομοθετικής διαδικασίας σε βάρος των υπουργών, να καλείται να διαχειριστεί καταστάσεις, οι οποίες ουδόλως συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Η αίσθηση των ξένων διπλωματών σχετικά με αυτό είναι ομόφωνη”, έγραφε ο Marcilly στις 22 Νοεμβρίου.[18]

Προτού αναλάβει την προεδρία της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης αξιολόγησε την όλη κατάσταση. Επιστρέφοντας στην Αθήνα από τη Βιέννη, βρήκε μια κυβερνητική ομάδα στελεχωμένη κατά πλειοψηφία από βενιζελικούς. Ο ίδιος προσέβλεπε σε ένα περισσότερο διευρυμένο σχήμα, με τη συμμετοχή προσώπων που δεν προέρχονταν από την φιλελεύθερη παράταξη με εξαίρεση, βέβαια, όσους είχαν συνεργαστεί ενεργά με το προηγούμενο καθεστώς. Πιστεύοντας πως, του Βενιζέλου απόντος, το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να διεκδικεί για τον εαυτό του το μονοπώλιο της εξουσίας, προετοίμαζε τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης, η οποία θα ξεπερνούσε τα στενά όρια του κόμματος. Η σύγκρουσή του με την επαναστατική επιτροπή προέκυψε με αφορμή τη διενέργεια της δίκης.

Από την ίδια του την φύση, ο Ζαΐμης διαφωνούσε με κάθε διαδικασία επαναστατικής δικαιοσύνης. Πόσο μάλλον όταν η τελευταία κινδύνευε να στερήσει από την Ελλάδα το μοναδικό διεθνές έρεισμα (την βρετανική στήριξη) που τόσο απελπισμένα είχε ανάγκη. Για τον λόγο αυτό, στις διαπραγματεύσεις του με την επαναστατική επιτροπή, προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, ούτως ώστε να αναλάβει τα πρωθυπουργικά καθήκοντα έπειτα από τον τερματισμό της δίκης. Με άλλα λόγια δεν θα έφερε ευθύνη όποια και αν ήταν η ετυμηγορία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο και μόνο της θανατικής ποινής τον έφερνε σε εξαιρετικά λεπτή θέση έναντι των Βρετανών, αναγκάζοντάς τον να αντιμετωπίζει και αυτήν ακόμα την πιθανότητα υποβολής παραίτησης. Σε αυτό το θέμα έχαιρε της πλήρους στήριξης του Πολίτη, ο οποίος με τη σειρά του, απειλούσε με τήρηση ανάλογης στάσης.

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: η έδρα του Εκτάκτου Στρατοδικείου. Κάτω: Πρωτοπαπαδάκης, Γούναρης και Στράτος στο εδώλιο των κατηγορουμένων.

Στις 25 Νοεμβρίου, δωδέκατη ημέρα της δίκης, σύσσωμη η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, διαχωρίζοντας τη θέση της από εκείνη της επαναστατικής επιτροπής. Δυο ημέρες αργότερα, σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στυλιανό Γονατά, με τον Πάγκαλο στο υπουργείο Στρατιωτικών και τρεις άλλους αξιωματικούς σε ισάριθμα υπουργεία. Σύμφωνα με τον Marcilly, το νέο κυβερνητικό σχήμα αντικατόπτριζε τους συσχετισμούς, έτσι όπως είχαν στο μεταξύ προκύψει. Πιθανή εκτέλεση των κατηγορουμένων θα είχε ως συνακόλουθη συνέπεια τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Μεγάλη Βρετανία. Αν πάλι οι Γονατάς και Πλαστήρας τάσσονταν υπέρ μιας μείωσης της ποινής, ήταν βέβαιο ότι θα παραγκωνίζονταν από τον Πάγκαλο και τα ακραία στελέχη, που είχαν δημόσια τοποθετηθεί υπέρ μιας αιματηρής λύσης.[19]

Αναφερόμενος στους τρεις ισχυρούς άνδρες του κινήματος, ο Marcilly εκφραζόταν στις 3 Δεκεμβρίου ως εξής: “Αυτή είναι η τριανδρία, η οποία πρόκειται να διοικήσει την Ελλάδα στην παρούσα φάση (…). Δεν πρέπει πια να διερωτάται κανείς πότε πρόκειται να διεξαχθούν οι εκλογές ή ποια είναι τα αισθήματα της κοινής γνώμης (…). Ο λαός, όπως υποστηρίζουν, δεν έχει δικαίωμα γνώμης. Εκτέθηκε με τις συνεχείς μεταπτώσεις της συμπεριφοράς του τα τελευταία χρόνια. Αρνήθηκε τον Βενιζέλο και έφερε πίσω τον Κωνσταντίνο (…). Η επανάσταση δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να τον αφουγκραστεί. Διαθέτει από μόνη την ισχύ και την βούληση προκειμένου να μπορέσει να κυβερνήσει. Οποιαδήποτε αντίσταση θα παταχθεί, η δε δίκη των υπουργών (…) δεν πρόκειται να αφήσει να αιωρείται η παραμικρή αμφιβολία περί τούτου (…). Με αυτά τα δεδομένα, ο καθένας μπορεί εύλογα να προσμετρήσει την ισχυρή συμβολική της σημασία.[20] 

Υπό αυτές τις συνθήκες ολοκληρώθηκε στις 27 Νοεμβρίου η δίκη, με την καταδίκη σε θάνατο των Γούναρη, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Μπαλτατζή, Στράτου και Χατζηανέστη. Ο ναύαρχος Γούδας και ο Ξενοφών Στρατηγός καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Η εκτέλεση έλαβε χώρα τα ξημερώματα της επομένης, 28 Νοεμβρίου, στο Γουδή. Για την ίδια την δίκη καθώς και για την εκτέλεση, τα αρχεία του Quai d’ Orsay δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην αλληλογραφία του με το Παρίσι, ο Marcilly δεν αναφέρεται καθόλου στην όλη εξέλιξη της δίκης, αρκούμενος σε ένα λακωνικό τηλεγράφημα σχετικά με τον τουφεκισμό των έξι καταδικασθέντων.[21]

Η Δίκη των Έξι σε σχέδια του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου. Επάνω: Γούναρης, Θεοτόκης, Χατζηανέστης. Κάτω: Στράτος, Οθωναίος (πρόεδρος εκτάκτου στρατοδικείου), Ζουρίδης (βασιλικός επίτροπος).

Ένα άλλο στέλεχος της γαλλικής πρεσβείας παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξη της δίκης. Ο στρατιωτικός ακόλουθος λοχαγός de Colombel, έστειλε στις 20 Δεκεμβρίου προς το υπουργείο Στρατιωτικών, στο Παρίσι, ένα πολυσέλιδο υπόμνημα. Φρόντισε μάλιστα να επισυνάψει και το κείμενο του σχετικού με τη σύσταση και λειτουργία του εκτάκτου στρατοδικείου διατάγματος. Πληροφοριοδότης ήταν ένα ανώνυμο άτομο, βενιζελικών πεποιθήσεων, που παρακολούθησε αδιάλειπτα όλες τις συνεδριάσεις. Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, το οποίο κοινοποιήθηκε στο Quai d’ Orsay, περιγράφει κυρίως την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και λιγότερο το περιεχόμενο των καταθέσεων. Αναφερόμενος στο μέρος εκείνο που αφορούσε καταθέσεις και αγορεύσεις, ο de Colombel εκφράστηκε ως εξής: “Το μέρος αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από την κατάδειξη της γενικότερης ατμόσφαιρας, έτσι όπως διαμορφώθηκε μέρα με την ημέρα και με μάρτυρα ένα ακροατήριο, το οποίο εθεωρείτο εκ προοιμίου έξυπνο και καλλιεργημένο. Οι παρασπονδίες που πηγάζουν από τα πρακτικά των συνεδριάσεων αποτελούν, κατά την άποψή μου, ένα πρώτης τάξεως κριτήριο αξιολόγησης ενός ολόκληρου λαού, τον οποίον δεν δύναται κανείς να κατανοήσει παρά μόνο εάν δεν τον αντιμετωπίσει με σοβαρότητα, κυρίως δε, εάν δεν τον θεωρήσει ως έναν ευρωπαϊκό λαό”.[22]

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιδράσεις που διαδέχθηκαν την εκτέλεση των Έξι και για τις οποίες υπάρχουν άφθονα στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις 28 Νοεμβρίου, ημέρα της εκτέλεσης, ο Marcilly ενημέρωσε το Παρίσι σχετικά με την ανάκληση του Lindley από την Αθήνα. Εν αναμονή νέων οδηγιών, ο Βρετανός διπλωμάτης μετέβη στην Λωζάνη, όπου είχαν ήδη ξεκινήσει οι εργασίες της Διεθνούς Συνδιάσκεψης. Ωστόσο, το υπόλοιπο προσωπικό της πρεσβείας παρέμεινε στην ελληνική πρωτεύουσα.[23] Παρεμβαίνοντας υπέρ της διάσωσης των πρώην υπουργών λίγες ημέρες νωρίτερα, η Μεγάλη Βρετανία είχε επιτελέσει ένα ηθικό χρέος. Επιπρόσθετα, ήλπιζε ότι η διπλωματική υποστήριξη, την οποία σκόπευε να παράσχει στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης, ήταν σε θέση να ισοσκελίσει τις ελλιπείς υπηρεσίες της σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το όλο σκηνικό άλλαξε με την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Ο Πολίτης εξέφρασε την άποψη ότι ο αυστηρός τόνος του βρετανικού διαβήματος είχε ερεθίσει την επαναστατική επιτροπή. Με μια περισσότερο διακριτική μεθόδευση οι εκτελέσεις θα είχαν περιοριστεί στον αριθμό των δυο (Γούναρης και Χατζηανέστης). Ήταν όμως εξαιρετικά λεπτό για τον Lindley να εγκαινιάσει νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για τον αριθμό, από τη στιγμή μάλιστα που, κατόπιν ρητών οδηγιών με προέλευση το Λονδίνο, είχε αμετάκλητα τοποθετηθεί εναντίον οποιασδήποτε αιματηρής έκβασης της δίκης. Κάτι τέτοιο μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί μόνο έπειτα από κοινό διάβημα των πρεσβευτών των Δυνάμεων, προτού η αντιπαράθεση της βρετανικής πρεσβείας με τις ελληνικές αρχές προλάβει να φτάσει σε τόσο ψηλό βαθμό οξύτητας. Μάλιστα, οι συνοπτικές διαδικασίες, με τις οποίες διεκπεραιώθηκαν τόσο η δίκη όσο και η εκτέλεση, άφηναν να διαφανεί ότι η επιτροπή προσέβλεπε σε δημιουργία τετελεσμένων, ακριβώς προκειμένου να αποτραπεί ένα διάβημα αυτού του είδους.

Ο Marcilly διέβλεψε έναν επιπλέον κίνδυνο, ο οποίος ελλόχευε για τα γαλλικά συμφέροντα, σπεύδοντας εγκαίρως να επιστήσει την προσοχή των ανωτέρων του στο Παρίσι σχετικά με αυτόν. Κατά την άποψή του, η εν γένει πολιτική των Βρετανών αργά ή γρήγορα θα έστρεφε εναντίον της τα πυρά της επαναστατικής επιτροπής και της βενιζελικής παράταξης γενικότερα. Αντίθετα, η Γαλλία, έχοντας υιοθετήσει μια περισσότερο αποστασιοποιημένη τακτική, κινδύνευε να θεωρηθεί ότι όχι μόνο επικροτούσε τα όσα ακραία συνέβαιναν στην ελληνική πρωτεύουσα, αλλά και ότι συνέβαλε ενεργά σε αυτά. Οι δραματικές εξελίξεις ανάγκασαν τον πρεσβευτή της να συστήσει προς το Παρίσι πως ήταν φρόνιμο μια πράξη δικαιοσύνης, διαδραματισθείσα κάτω από συνθήκες πόλωσης και με εμφανή ψυχολογία αντεκδίκησης, να μην τύχει ευμενούς υποδοχής εκ μέρους του γαλλικού Τύπου.[24]

Ο κ. de Marcilly, ακολουθώντας τις οδηγίες μου, απέφυγε να αναμιχθεί. Ο κ. Ρωμάνος [πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι] μάς είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία συνέτρεχε κίνδυνος να ερμηνευθεί ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας και να αποβεί μοιραία για τους κατηγορούμενους. Γνωρίζω από μυστική και έμπιστη πηγή ότι ο κ. Βενιζέλος, σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις του, είχε συστήσει την εκτέλεση τριών από αυτούς. Η Μεγάλη Βρετανία κινητοποιήθηκε μόνο και μόνο επειδή είχε εκτεθεί με το προηγούμενο [βασιλικό] καθεστώς. Δεν μας απομένει παρά να κρατήσουμε αποστάσεις από την θλιβερή αυτή υπόθεση”, τηλεγραφούσε στις 29 Νοεμβρίου ο Poincaré προς τον Camille Barrère, πρέσβη της Γαλλίας στη Ρώμη και μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.[25]

37 Quai d’Orsay, η Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών στο 7ο δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού.

Η στάση της Γαλλίας σχολιάσθηκε και από την ιταλική κυβέρνηση η οποία, εκδίδοντας επίσημο ανακοινωθέν στις 30 Νοεμβρίου, ανέφερε ότι, ενώ η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία είχαν μεσολαβήσει υπέρ της σωτηρίας των κατηγορουμένων, η κυβέρνηση του Παρισιού έκρινε προτιμότερο να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ορμώμενες από την παραπάνω διιαπίστωση, οι ιταλικές εφημερίδες δημοσίευσαν δηλώσεις του Lindley προς την ιταλική πρεσβεία της Αθήνας, σύμφωνα με τις οποίες η ευθύνη για την εκτέλεση των υπουργών έπρεπε να αναζητηθεί στην έλλειψη ομοφωνίας ανάμεσα στις τρεις σύμμαχες δυνάμεις. Η υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε ο Γάλλος επιτετραμμένος στη Ρώμη αναγκάστηκε να επιδώσει διάβημα διαμαρτυρίας ταυτόχρονα προς το υπουργείο Εξωτερικών και προς το πολιτικό γραφείο του Mussolini.[26] Οι ανταποκρίσεις του ιταλικού Τύπου από την Αθήνα καυτηρίαζαν την έκνομη διαδικασία της δίκης και την καταπάτηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Στις 29 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο συνεδρίας της Γερουσίας, ο τέως πρέσβης στο Βερολίνο και ένθερμος γερμανόφιλος Bollati, εξέφρασε τον αποτροπιασμό του. Ο πρόεδρος του Σώματος και πρώην υπουργός Εξωτερικών Tomaso Tittoni, επικρότησε τα όσα ελέχθησαν. Χαρακτηριστικά είναι τα πικρόχολα σχόλια του François Charles-Roux, επιτετραμμένου της γαλλικής πρεσβείας στην ιταλική πρωτεύουσα: “Ουδέποτε η Γερουσία εξέφρασε την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί για την δολοφονία του τσάρου Νικολάου Β΄ και των μελών της οικογενείας του. Το ίδιο και ο Τύπος. Τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για την Ελλάδα, μια χώρα μικρή και βαθιά μισητή για την Ιταλία. Οι μόνοι, οι οποίοι έχαιραν εκτίμησης μέσα στο πολιτικό στερέωμα αλλά και στους κόλπους της κοινής γνώμης, ήταν οι κωνσταντινικοί, ακριβώς επειδή οδηγούσαν την πατρίδα τους προς την καταστροφή. Υπάρχει συνεπώς μια μεγάλη δόση ανθελληνισμού στην ιταλική καταδίκη των γεγονότων της Αθήνας, με την ανάλογη φυσικά αξιοποίηση. Καταβάλεται προσπάθεια να πληγεί ο Βενιζέλος, κακός δαίμονας των Ιταλών, στον οποίον και αποδίδεται η μεγαλύτερη ευθύνη για την καταστροφή”. Την επομένη κιόλας, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να μιμηθεί το παράδειγμα της βρετανικής κυβέρνησης, ανακαλώντας τον πρεσβευτή του στην Αθήνα. Ο βαρόνος Giulio Cesare Montagna αναχώρησε για την Λωζάνη, εκχωρώντας την διεύθυνση της πρεσβείας στον πρόξενο της Ιταλίας στον Πειραιά. Ωστόσο, η ανάκληση αυτή δεν προσέλαβε διαστάσεις διακοπής των διπλωματικών σχέσεων.[27]

Την 1η Δεκεμβρίου 1922 η κυβέρνηση των Βρυξελλών γνωστοποίησε ότι είχε επιλέξει να διατηρήσει τον πρεσβευτή της στην Αθήνα για την διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων και μόνο, με σαφείς οδηγίες να αποφύγει κάθε ανάμειξη στο ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων όπου θα ήταν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να συνεργαστεί με τις ελληνικές αρχές. Οι πρεσβευτές της Ολλανδίας και της Σουηδίας έλαβαν τηλεγραφήματα, στα οποία εκφραζόταν η αγανάκτηση των κυβερνήσεών τους για την αιματηρή έκβαση της δίκης. Ο Αμερικανός επιτετραμμένος επέστησε την προσοχή της ελληνικής κυβέρνησης στο γεγονός ότι η δημιουργία αλγεινής εντύπωσης στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού κινδύνευε να δυναμιτίσει την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον προς την Ελλάδα για την αποκατάσταση των προσφύγων. Ο τόνος των αμερικανικών εφημερίδων κάθε άλλο παρά κολακευτικός ήταν για την ελληνική κυβέρνηση. Σχολιάστηκε επίσης η στάση της Γαλλίας αλλά και η ευθύνη του Βενιζέλου ως προς τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου το 1919. Ο Βενιζέλος εισήλθε στο στόχαστρο και του ελβετικού Τύπου, ο οποίος επέκρινε την απόσταση, την οποία τουλάχιστον φαινομενικά τήρησε ο πρώην πρωθυπουργός έναντι των δραματικών εξελίξεων της Αθήνας. Υπογραμμίστηκε πως μια πιθανή δική του παρέμβαση στην υπόθεση της δίκης ήταν δυνατό και να σώσει τους κατηγορούμενος από το εκτελεστικό απόσπασμα αλλά και να ενισχύσει την οδυνηρή, κατά τα άλλα, θέση της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης.

Η Berliner Tageblatt, στο φύλλο της 30ής Νοεμβρίου, πληροφορούσε τους αναγνώστες της πως στην Αθήνα είχαν πραγματοποιηθεί δυο διαβήματα με αντικείμενο την αποτροπή των εκτελέσεων, το πρώτο από τους πρεσβευτές της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ, το δεύτερο από τους ομολόγους τους της Ισπανίας, της Σοβιετικής Ρωσίας, της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Ρουμανίας και της Γερμανίας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας, παρασέρνοντας και εκείνους της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και του βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, είχε αρνηθεί να συμμετάσχει. Το δημοσίευμα προκάλεσε την οργή του Γάλλου πρέσβη René Doynel de Saint-Quentin, ο οποίος επέδωσε διάβημα προς το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ζητώντας να τεθεί τέλος στη σκανδαλώδη, όπως την χαρακτήρισε, εκστρατεία του Τύπου εναντίον της χώρας του.[28]

Περισσότερο σημαντική υπήρξε η εκστρατεία κατά της αγγλο-βενιζελικής πολιτικής που εξαπέλυσε από την 1η Δεκεμβρίου και κατόπιν η παρισινή εφημερίδα Le Matin. Σε ένα πρώτο άρθρο ανέφερε μεταξύ άλλων: “Ο κ. Lloyd George μαζί με Έλληνες επιχειρηματίες [υπονοείται ο Sir Basil Zaharoff] και έναν πρωθυπουργό [Βενιζέλο], ο οποίος έπασχε από μεγαλομανία, ενεργώντας αντίθετα από τις συμβουλές της Γαλλίας και της Ιταλίας, αντίθετα ακόμη και από τη γνώμη του υπουργού Εξωτερικών λόρδου Curzon και της βρετανικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας, οδήγησαν τον ελληνικό λαό στην καταστροφή και τους Έλληνες υπουργούς στο εκτελεστικό απόσπασμα (…) Ο κ. Γούναρης και τα μέλη της κυβέρνησής του φέρουν βέβαια ευθύνη, μόνο σαν συνένοχοι όμως, γιατί οι μεγάλοι υπεύθυνοι είναι οι κ.κ. Lloyd George και Βενιζέλος. Ο πρώτος, επειδή θέλησε να συνεχίσει στην Ανατολή μια αυτοκαταστροφική πολιτική, χρησιμοποιώντας την Ελλάδα ως εκτελεστικό όργανο, ο δεύτερος, γιατί, παρά τις προειδοποιήσεις, επιστράτευσε το σύνολο των δυνάμεων του για την υλοποίηση μιας μεγαλομανούς πολιτικής”. Ακολουθούσε η παράθεση εγγράφων που αφορούσαν στις μυστικές σχέσεις Βρετανίας-Ελλάδας και που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου και της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Ιουνίου 1920.

Σε ανταπόκριση από το Λονδίνο μια μέρα αργότερα, η εφημερίδα αναφερόταν στην εντύπωση που οι αποκαλύψεις αυτές είχαν προκαλέσει στην βρετανική πρωτεύουσα. Η Downing Street και το Foreign Office απέφυγαν να προβούν σε οποιοδήποτε σχόλιο. Στους πολιτικούς, όμως, και διπλωματικούς κύκλους γινόταν πολύς λόγος σχετικά με την όλη υπόθεση. Στην Βουλή των Κοινοτήτων ο νέος πρωθυπουργός Andrew Bonar Law ρωτήθηκε εάν πράγματι κάποιο μέλος της κυβέρνησης είχε ενθαρρύνει την Ελλάδα στη συνέχιση της μικρασιατικής της πολιτικής που κατέληξε στην ήττα και στην εκτέλεση των φερομένων ως υπευθύνων. Ο Βρετανός πρωθυπουργός προανήγγειλε απλώς την προσεχή έκδοση μιας Λευκής Βίβλου δίχως να καταθέσει περεταίρω στοιχεία. Σε άλλο άρθρο του ιδίου φύλλου η Matin συνέχιζε την επίθεσή της: “Το δυστύχημα για την Ελλάδα και για τον κόσμο ολόκληρο συνίσταται στο ότι ο κ. Lloyd George, με την κακοποιά ιδιοφυία του, κατάφερε να επιβάλλει την πολιτική του εξαναγκάζοντας τους Συμμάχους να υπογράψουν την Συνθήκη των Σεβρών, της οποίας ουδείς επιθυμούσε την εφαρμογή πλην του ιδίου και του κ. Βενιζέλου. Από τη στιγμή που οι πάντες απέφευγαν να επωμισθούν τις ευθύνες τους, ήταν επόμενο η Ελλάδα να μείνει μόνη απέναντι στους Τούρκους, οι οποίοι βρίσκονταν σε πλήρη εξέγερση. Ο ελληνικός στρατός υπήρξε το μοναδικό όργανο της μοιραίας πολιτικής του κ. Lloyd George μέχρι τέλους”. Ακολουθούσε η δημοσίευση νέων εγγράφων, σχετικών με τις μυστικές ελληνοβρετανικές συνεννοήσεις μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 1920. Τα ονόματα του Sir John Stavridi, γενικού προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο καθώς και του Sir Basil Zaharoff ήταν αναμεμειγμένα στις διαπραγματεύσεις αυτές.

Τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας Matin της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 1922 (Πηγή: Gallica/Bibliothèque Nationale de France).

Στις 2 Δεκεμβρίου, οι βρετανικές εφημερίδες μιμήθηκαν το παράδειγμα της παρισινής ομόλογής τους. Η Sunday Express δημοσίευσε επιστολή του Γούναρη προς τον λόρδο Curzon, υπουργό Εξωτερικών, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1922. Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέθετε την απελπιστική θέση, στην οποία είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και εκλιπαρούσε για υποστήριξη. Η Morning Post, από την δική της πλευρά, δημοσίευσε σειρά άρθρων με θέμα την στάση του Lloyd George καθ’ όλη την διάρκεια της ανατολικής κρίσης. Η ίδια εφημερίδα αναφερόταν επίσης στο φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 1922 του Ελεύθερου Βήματος, επισήμου οργάνου της επαναστατικής κυβέρνησης, όπου γινόταν λόγος για κάποιον σφραγισμένο φάκελο που είχε ανακαλυφθεί από τις αστυνομικές αρχές στην οικία του Γούναρη κατά την στιγμή της σύλληψής του. Αποδέκτης ήταν ο πρεσβευτής ενός ξένου κράτους με την θερμή παράκληση ο συγκεκριμένος φάκελος να αποσταλεί στο υπουργείο Εξωτερικών του εν λόγω κράτους. Ο φάκελος όμως παραβιάστηκε και αποκαλύφθηκε ότι περιείχε τηλεγραφήματα που ο Γούναρης είχε στείλει από το Λονδίνο στην Αθήνα και δεν ήταν τίποτε άλλο από περιλήψεις των συνομιλιών του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Lloyd George. Πληροφορούμενος ότι τελικά ο φάκελος δεν διασώθηκε, ο Γούναρης, σύμφωνα πάντoτε με το δημοσίευμα της Morning Post, προέβη σε ψευδείς καταθέσεις κατά την απολογία του. Ακολουθούσε η περίληψη μιας συνομιλίας που ο Lloyd George είχε στις 18 Ιανουαρίου 1922 με τον πατριάρχη Μελέτιο, όπου ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε εκφραστεί με τα ακόλουθα λόγια: “Η γενική κατάσταση σήμερα είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στους φίλους της Ελλάδας να της συμπαρασταθούν (…) Η παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου κατέστρεψε τα πάντα. Πριν από μια εβδομάδα περιέγραψα στον Γούναρη και στον Μπαλτατζή ποια είναι η σημερινή στάση του κόσμου έναντι της Ελλάδας. Όσο βρισκόταν ο Βενιζέλος στη εξουσία, ένιωθα αρκετά δυνατός ώστε να αγωνιστώ υπέρ των δικαιωμάτων της Ελλάδας. Σήμερα όμως, όλοι οι συνάδελφοί μου με έχουν εγκαταλείψει. Είμαι μόνος και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για την χώρα σας”.

Από αριστερά προς δεξιά: David Lloyd George, Andrew Bonar Law (πρωθυπουργός από τις 23 Οκτωβρίου 1922 και μετά), George Nathaniel Curzon, 1oς μαρκήσιος του Kedleston, υπουργός Εξωτερικών.

Στις 3 Δεκεμβρίου, η Matin αναφερόταν σε υποδείξεις, στις οποίες είχε προβεί το 1920 ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας Alexandre Millerand προς τον Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι. Το άρθρο διατρεχόταν από ένα απολογητικό ύφος για τις επιλογές της γαλλικής πολιτικής: “Διαπιστώνει κανείς ότι η Γαλλία είχε προειδοποιήσει την Ελλάδα και ότι ο κ. Millerand, όχι από τουρκοφιλία αλλά από καθαρό μέλημα για το συμφέρον της Ελλάδας και της Ευρώπης είχε αποκαλύψει στον κ. Ρωμάνο την παρανόηση, προς την οποία η χώρα του είχε στραφεί”.

Σε άλλη στήλη δημοσιευόταν συνέντευξη που είχε παραχωρήσει την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος όπου κατηγορούσε την εφημερίδα ότι προσέβλεπε σε διττό στόχο: α) να αποδείξει πως η πολιτική του συνέφερε περισσότερο την Μεγάλη Βρετανία από ό,τι την ίδια την Ελλάδα και β) ότι η πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης που τον διαδέχθηκε στην εξουσία τον Νοέμβριο του 1920 δεν αποτέλεσε παρά μια λογική συνέχεια. “Και οι δυο θεωρίες είναι αβάσιμες. Έως την Συνθήκη των Σεβρών δεν εφάρμοσα την πολιτική της Βρετανίας, αλλά εκείνη όλων των Συμμάχων, η οποία συνέπλεε απόλυτα με τα συμφέροντα της Ελλάδας (…) Η πολιτική που χαρακτηρίζετε ως μεγαλομανή αποτελούσε τμήμα της δικής σας, έτσι όπως η κυβέρνησή σας είχε σχεδιάσει και μας ζητούσε να την εφαρμόσουμε. Υπήρξε λογική όσο διάστημα παραμείναμε ενωμένοι (…) Από μια αντίδραση ενάντια σε όσους ακολούθησαν την παράλογη περιπέτεια να πολεμήσουν τους Τούρκους δίχως υποστήριξη, προέκυψε στην Ελλάδα μια βίαιη επανάσταση. Πραγματοποιήθηκαν ήδη αιματηρές εκτελέσεις, τις οποίες προσπάθησα να αποτρέψω. Τηλεγράφησα στην Αθήνα ότι η εντύπωση θα ήταν αλγεινή και η θέση μας στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης ιδιαίτερα λεπτή (…) Έπραξα ό,τι μπορούσα, αλλά κανείς δεν με ακούει. Δεν σας κρύβω πως είμαι πολύ ανήσυχος βλέποντας μπροστά μου την προοπτική μιας στρατιωτικής δικτατορίας”.

Φαίνεται πως η σε βάρος του εκστρατεία της Matin επηρέασε τον πρώην πρωθυπουργό, σε βαθμό που να γίνεται λόγος περί παραίτησής του από την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης. Η ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι απέδωσε τις αποκαλύψεις της εφημερίδας στον Α. Φ. Φραγκούλη, πρώην αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην Κοινωνία των Εθνών και επιστήθιο φίλο των Γούναρη και Μπαλτατζή. Στο φύλλο της 9ης Δεκεμβρίου, η Matin δημοσίευσε επιστολή του Φραγκούλη, ο οποίος αρνείτο κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμειξη στην όλη υπόθεση. Δεν απέφυγε όμως να ρίξει την ευθύνη της καταστροφής στην αγγλο-βενιζελική πολιτική και να υποστηρίξει ότι ο ίδιος είχε δει στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών καθώς και στο προσωπικό αρχείο του Γούναρη τις επιστολές που δημοσιεύθηκαν.[29]

Από αριστερά προς δεξια: Alexandre Millerand, πρωθυπουργός (Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 1920), Raymond Poincaré (πρωθυπουργός 1922 – 1924), Charles de Beaupoil de Saint-Aulaire, πρέσβης της Γαλλίας στο Λονδίνο.

Από την ημέρα των εκτελέσεων και κατόπιν, ο Βενιζέλος έδειχνε υπέρμετρη νευρικότητα. Στις 29 Νοεμβρίου δεν συμμετείχε στις εργασίες της Συνδιάσκεψης, παραχωρώντας την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας στον Δημήτριο Κακλαμάνο. Την επομένη, 30 Νοεμβρίου, αποδοκίμασε την πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων εξαιτίας των τουφεκισμών, απειλώντας να εγκαταλείψει την Λωζάνη. Επισκεπτόμενος το Quai d’ Orsay στις 2 Δεκεμβρίου, ο Ρωμάνος επανέλαβε την άποψη του Βενιζέλου, σύμφωνα με την οποία το βρετανικό διάβημα ήταν εκείνο που είχε επισπεύσει την εκτέλεση, ενώ μπορούσαν να έχουν διασωθεί τέσσερις τουλάχιστον από τους κατηγορούμενους. Τέλος, ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε υπέρ της διάσωσης του επίσης κατηγορούμενου πρίγκιπα Ανδρέα, απειλώντας εκ νέου να αποποιηθεί την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας σε περίπτωση νέου τουφεκισμού.[30]

Θορυβημένη από την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Μεγάλη Βρετανία, η επαναστατική κυβέρνηση υιοθέτησε διαλλακτικότερη στάση, προσφεύγοντας μάλιστα συχνότερα στην γνώμη του Βενιζέλου για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση όμως της δίκης του πρίγκιπα βρέθηκε προ διλήμματος από την στιγμή, κατά την οποία η ανακριτική επιτροπή επέμενε να μεταχειρίζεται τον κατηγορούμενο σαν οποιοδήποτε αξιωματικό που είχε παραβεί διαταγές και όχι σαν ένα γόνο βασιλικής οικογένειας, στον οποίο είχε ανατεθεί η διοίκηση ενός Σώματος Στρατού. Ο Marcilly πίστευε πως μέσω της διεξαγωγής της δίκης θα αποκαλύπτονταν οι πραγματικές προθέσεις της επανάστασης ως προς το κατά πόσο επιδίωκε ή όχι να τρομοκρατήσει την κοινή γνώμη με μια νέα εκτέλεση. Η γενικότερη κατάσταση πάντως συνηγορούσε υπέρ της αποφυγής της θανατικής ποινής εξαιτίας της αλγεινής εντύπωσης που η εκτέλεση των έξι είχε προκαλέσει στη διεθνή κοινότητα. Η νέα δίκη προκάλεσε και πάλι γενική διπλωματική κινητοποίηση.

Η βρετανική κυβέρνηση είχε στείλει στην Αθήνα τον πλοίαρχο Gerald Talbot, πρώην βοηθό του ναυτικού ακολούθου της πρεσβείας με διασυνδέσεις στους κύκλους των αξιωματικών της επανάστασης. Ο Talbot έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα στις 28 Νοεμβρίου, μισή μόλις ώρα έπειτα από την εκτέλεση των έξι. Δεν του απέμενε παρά να επικεντρώσει τις προσπάθειες του στη διάσωση του πρίγκιπα. Στο Λονδίνο κυκλοφορούσε η φήμη πως η νέα δίκη προσέφερε στην ηγεσία του κινήματος την ευκαιρία να ασκήσει εκβιασμό με στόχο την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων. Ο Γεώργιος Β΄ είχε επιστήσει την προσοχή της ισπανικής κυβέρνησης στην υπόθεση της δίκης του θείου του, εξαδέλφου εξ αγχιστείας του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ΄. Ως εκ τούτου, ο πρεσβευτής της Ισπανίας στην Αθήνα επισκέφθηκε στις 30 Νοεμβρίου τον Γάλλο ομόλογό του εισηγούμενος την διενέργεια κοινού διαβήματος προς τις ελληνικές αρχές. Γνωρίζοντας πως ο Marcilly είχε λάβει αυστηρές οδηγίες για αποχή από παρόμοιες πρωτοβουλίες, ήλπιζε σε μια εξαίρεση σαν αντίτιμο των υπηρεσιών που ο Ισπανός μονάρχης είχε προσφέρει στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Marcilly απάντησε πως έπρεπε να προηγηθεί απευθείας συνεννόηση σε κυβερνητικό επίπεδο. Ενημερώνοντας τον Talbot δήλωσε ότι έξωθεν πίεση και κοινά διαβήματα κινδύνευαν να αποβούν μοιραία για τη ζωή του πρίγκιπα.[31]Θα προσέθετα ότι, ακόμα και αν μια δική μας μεσολάβηση είχε ελπίδες να καρποφορήσει, θα ήταν άστοχο να πραγματοποιηθεί μόνο για τη διάσωση του πρίγκιπα. Περισσότερο από ποτέ θα επαναλαμβανόταν, δικαιολογημένα τη φορά αυτή, το επιχείρημα ότι εξαρτάτο από εμάς να αποφευχούν οι περισσότερες, αν όχι όλες οι εκτελέσεις της περασμένης Τρίτης” τηλεγραφούσε εν συνεχεία προς το Παρίσι.[32] Στις 2 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση της Μαδρίτης, αναγνωρίζοντας με τη σειρά της τον κίνδυνο που ενείχε ένα κοινό διάβημα, συντάχθηκε με τη στάση της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας αφήνοντας στον Talbot ελεύθερο πεδίο για την ανάληψη πρωτοβουλιών.[33] Η ετυμηγορία του εκτάκτου στρατοδικείου δημοσιοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου. Ο πρίγκιπας Ανδρέας καταδικάστηκε σε ισόβια εκτόπιση από τον ελλαδικό χώρο και καθαίρεση από το στρατιωτικό του αξίωμα. Συνοδευόμενος από την οικογένειά του, αναχώρησε την επομένη με προορισμό την Μεγάλη Βρετανία.[34]

Η αποφυγή της θανατικής καταδίκης βελτίωσε αισθητά το όλο κλίμα. Ο Κωνσταντίνος Ρέντης, υπουργός Εσωτερικών, διαβεβαίωσε τον Marcilly ότι δεν επρόκειτο μελλοντικά να λάβουν χώρα άλλες πολιτικές δίκες. Ο συνομιλητής του εξέφρασε σκεπτικισμό εξαιτίας της παραμονής υπό καθεστώς κράτησης τριών πρώην υπουργών, δυο στρατηγών και 120 άλλων αξιωματικών βεβαρημένων με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Παρόλη την εκτόνωση της έντασης, ο Γάλλος πρεσβευτής θεωρούσε ακόμα αδύνατη την διάλυση της επαναστατικής επιτροπής και τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης. Οι στρατιωτικοί θα πείθονταν μόνο κατόπιν άσκησης πίεσης από τα κράτη, προς τα οποία σχεδίαζαν να απευθυνθούν για αναζήτηση οικονομικής βοήθειας , ίσως δε, κατόπιν προτροπής του ιδίου του Βενιζέλου. Στις 26 Δεκεμβρίου, ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε τη διοίκηση της νεοσύστατης Στρατιάς του Έβρου προβαίνοντας σε φιλοπόλεμες δηλώσεις που σκόρπισαν ανησυχία στους διπλωματικούς κύκλους της πρωτεύουσας αλλά και στις τάξεις του βενιζελικού κόμματος των Φιλελευθέρων.[35] Η είδηση του θανάτου του Κωνσταντίνου στις αρχές του 1923 στο Παλέρμο της Σικελίας, άφησε μάλλον αδιάφορους τους Αθηναίους. Ο έκπτωτος βασιλιάς είχε δυσαρεστήσει τους οπαδούς του επειδή δεν είχε προβεί σε καμία δήλωση συμπαράστασης προς τις οικογένειες των εκτελεσθέντων.[36]

Η δίκη του πρίγκιπα Ανδρέα.

***

Κατά μήκος της χρονικής περιόδου που, από τον Σεπτέμβριο του 1922 έως τον Ιανουάριο του 1923, διαδέχθηκε την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, εμφανής είναι η αίσθηση της απόγνωσης, της αμηχανίας και της αδυναμίας του ελληνικού λαού να αποτρέψει πρωτοβουλίες, οι οποίες οδήγησαν σε ακραίες καταστάσεις. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, οι καταβολές του οποίου ανέρχονται στο παρελθόν, διαδραματίστηκαν τα προαναφερθέντα τραγικά γεγονότα. Γιατί η όλη κατάσταση δεν αποτελεί μόνο απόρροια της στρατιωτικής ήττας του Σεπτεμβρίου. Οφείλεται εν πολλοίς στην ταλαιπωρία ενός έθνους, ευρισκόμενου επί μια δεκαετία σε πολεμική ετοιμότητα, εσωτερικό διχασμό και που είδε αίφνης άναυδο να καταρρέουν τα θεμέλια, επάνω στα οποία είχε σφυρηλατήσει τους αγώνες του για ανόρθωση. Η περιρρέουσα αυτή ατμόσφαιρα αναδύεται ανάγλυφα μέσα από τα γαλλικά διπλωματικά έγγραφα.

Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής, το κίνημα του στρατού εμφανίζεται στερούμενο λαϊκού ερείσματος. Η εκδήλωσή του προσλαμβάνει τη μορφή αυτοάμυνας και αντιπερισπασμού ενόψει πιθανών αντιποίνων που απειλούσαν τις ένοπλες δυνάμεις την επομένη της υποχώρησης. Πολιτική χροιά προστέθηκε χάρη στην προσχώρηση της παράταξης των Φιλελευθέρων, η οποία, θορυβημένη ακόμη από την εκλογική ήττα του 1920, έδειχνε ανίκανη να εκμεταλλευθεί για δικό της λογαριασμό την κατάρρευση του κωνσταντινικού καθεστώτος δίχως τη συνδρομή της αυτοαποκαλούμενης επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, το στράτευμα, με βαθύτατα κλονισμένο γόητρο, είχε απόλυτη ανάγκη από την πολιτική κάλυψη που θα ήταν σε θέση να του παράσχει η βενιζελική παράταξη. Κάτι τέτοιο όμως ισχύει μόνο εν μέρει, εξαιτίας της έλλειψης αυτοπεποίθησης από την οποία διακατεχόταν η τελευταία.

Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον της ύπαρξης δυο διαφορετικών φαινομένων, τα οποία ενώνει ένας κοινός παρονομαστής: α) της πρόθεσης να καλυφθούν οι ευθύνες της βενιζελικής παράταξης για τη διάνοιξη του μικρασιατικού μετώπου την άνοιξη του 1919 και β) της αξιολόγησης των συνθηκών, υπό της οποίες διαδραματίστηκε, τρία χρόνια αργότερα, η ακροτελεύτια πράξη της μικρασιατικής τραγωδίας. Μέσα σε αυτό το νεφελώδες τοπίο πρέπει κανείς να τοποθετήσει την αγωνιώδη ανεύρεση αποδιοπομπαίων τράγων και να εξηγήσει τις αυστηρές κυρώσεις που λήφθηκαν εις βάρος τους.

Όμως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των όσων περικλείονται στα γαλλικά αρχεία παρουσιάζουν, ασφαλώς, οι διεθνείς προεκτάσεις του όλου ζητήματος. Η πτώση του μικρασιατικού μετώπου δεν έθεσε τέρμα, όπως ίσως ανέμενε κανείς, στον ανελέητο επεκτατικό ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Με τη στάση, την οποία υιοθετεί έναντι των γεγονότων της Αθήνας, η Μεγάλη Βρετανία συνεχίζει να κινείται με γνώμονα την αινιγματική πολιτική που εφάρμοζε από το 1920 και μετά. Η ήττα του ελληνικού στρατού συμπαρέσυρε σε πτώση την κυβέρνηση Lloyd George, η οποία στοχοποιήθηκε για τις σχέσεις της με την Ελλάδα από τις απαρχές της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Το μόνο σημείο όπου βλέπουμε την βρετανική πλευρά να παρεμβαίνει με αποφασιστικότητα, είναι η προσπάθεια διάσωσης των Ελλήνων υπουργών από το εκτελεστικό απόσπασμα. Μήπως, όμως, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του Λονδίνου υπαγορεύεται από υστεροβουλία; Γιατί η εκτέλεση των έξι σφραγίζει με τραγικό τρόπο μια υπόθεση, όπου η Μεγάλη Βρετανία διαδραμάτισε κομβικό ρόλο.

Η Ιταλία συγκεντρώνει όσο ποτέ άλλοτε τα πυρά της σε βάρος της βενιζελικής πολιτικής. Η αλήθεια είναι πως οι συνθήκες την ευνοούν. Η Ελλάδα έχει πάψει να υφίσταται ως ανταγωνίστρια των ιταλικών συμφερόντων στη μικρασιατική ήπειρο. Ωστόσο, για την εξυπηρέτηση των τελευταίων, η κυβέρνηση της Ρώμης προσβλέπει στην καταφορά, με οποιοδήποτε τρόπο, ενός τελειωτικού πλήγματος, ικανού να αποτρέψει κάθε είδους μελλοντική αναζωπύρωση του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού.

Η Γαλλία, τέλος, διακρίνεται από μια στάση υπέρμετρης διακριτικότητας έναντι των γεγονότων της Αθήνας. Θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ότι αντιμετώπισε τις εξελίξεις σαν ένας αντικειμενικός παρατηρητής. Η ελληνική καταστροφή, η οποία κατάφερε σημαντικό πλήγμα στην εξάπλωση της βρετανικής επιρροής στην ανατολική Μεσόγειο, τοποθέτησε την κυβέρνηση του Παρισιού σε θέση ισχύος, από όπου παρακολουθεί με ολύμπια ψυχραιμία, έκδηλη υποκρισία και περίσσιο κυνισμό τις απανωτές αποτυχίες των κυριότερων ανταγωνιστών της.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εξετάστηκαν οι εξής φάκελοι:

Documents Diplomatiques Français. Archives du Ministère des Affaires étrangères (ΑΜΑΕ). Série Z Europe 1918-1940. Grèce:

AMAE 57 Politique intérieure (mai-novembre 1922).

AMAE 58 Politique intérieure (décembre 1922-novembre 1923).

AMAE 76 Politique extérieure (avril-octobre 1922).

AMAE 77 Politique extérieure (novembre 1922-juin 1923).

AMAE 153 Justice. Dossier général.

AMAE 154 Le procès des responsables du désastre d’ Asie Mineure.

Άπαντες οι παραπάνω φάκελοι ανήκουν στο αρχείο της Κεντρικής Υπηρεσίας, το οποίο φυλάσσεται στο Παρίσι (Centre des Archives diplomatiques de La Courneuve). Το περιεχόμενο του αρχείου της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας, που φυλάσσεται στη Νάντη (Centre des Archives diplomatiques de Nantes) συμπίπτει απόλυτα με εκείνο της Κεντρικής Υπηρεσίας. Τέλος, τα κατάλοιπα Chassain de Marcilly, τα οποία έχουν δωρηθεί από τον γιο του στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας (Archives Nationales) με κωδικό 592ΑP/8-11, δεν περιέχουν δυστυχώς στοιχεία σχετικά με το υπό πραγμάτευση αντικείμενο.

[2] AMAE 154, Υπόμνημα 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ.5. Είναι χαρακτηριστική η προκατάληψη του Γάλλου αξιωματικού έναντι του ελληνικού στρατού. Τον αποκαλεί υποτιμητικά “κοπάδι από λιποτάκτες”, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η πολιτική της δικής του κυβέρνησης είχε συμβάλει ουσιαστικά στην ατυχή για την Ελλάδα έκβαση της εκστρατείας στη Μικρά Ασία.

[3] AMAE 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 439-440-441, 29.09.1922.

[4] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 548, 29.09.1922. AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-7.

[5] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 449-450, 30.09.1922, 452-453-454, 01.10.1922.

[6] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, Σημείωμα αρ. 180, 25.10.1922.

[7] AΜΑΕ 57, Poincaré προς Marcilly, αρ. 582, 06.10.1922, Saint-Aulaire προς Poincaré, Τηλ. άνευ αριθμού, 23.10.1922.

[8] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 525, 29.11.1922. Ο Marcilly ενημερώνει για την ύπαρξη, στους κόλπους της βενιζελικής παράταξης, μιας μικρής ομάδας, η οποία, υπό την καθοδήγηση του Αλέξανδρου Καραπάνου, είχε ταχθεί υπέρ του αβασίλευτου πολιτεύματος.

[9] AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σ. 17-21.

[10] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 180, 25.10.1922.

[11] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 181, 26.10.1922.

[12] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 6-15.

[13] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ.207, 03.12.1922. AΜΑΕ 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 9-10.

[14] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 508-509, 15.12.1922.

[15] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 712, 17.11.1922, αρ. 715, 18.11.1922. ΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[16] AΜΑΕ 57, Υπόμνημα Peretti προς Poincaré, 17.11.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922.

[17] AΜΑΕ 57, Έκθεση αρ. 6436 του Γενικού Επιτελείου του γαλλικού στρατού προς το Quai d’ Orsay. MAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 10.

[18] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 201, 22.11.1922. AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 511-512, 17.11.1922.

[19] AΜΑΕ 57, Marcilly προς Poincaré, αρ. 203, 22.11.1922, αρ.520-521, 27.11.1922. AΜΑΕ 57- ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 517-518, 25.11.1922.

[20] AΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[21] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.

[22] AMAE 154, Υπόμνημα αρ. 989 του λοχαγού de Colombel, 20.12.1922, σελ. 17-21, 65-93.

[23] AΜΑΕ 57 – ΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922, αρ. 526, 29.11.1922.

[24] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 523-524, 28.11.1922.A ΜΑΕ 58 – AΜΑΕ 153, Marcilly προς Poincaré, αρ. 207, 3.12.1922.

[25] AΜΑΕ 57 – AΜΑΕ 77, Poincaré προς Barrère, αρ. 46, Marcilly, αρ. 738-739, Saint-Aulaire, αρ. 2464-2465-2466-2467, 29.11.1922.

[26] AMAE 58 – AMAE 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1451-1452, 1.12.1922.

[27] AΜΑΕ 77, Charles-Roux προς Poincaré, αρ. 1446, 30.11.1922. AMAE 77 – AMAE 58, Charles- Roux προς Poincaré, αρ. 1453,1.12.1922. AMAE 58, Ανταπόκριση του πρακτορείου Havas της Ρώμης, 1.12.1922.

[28] ΑΜΑΕ 57, Allize προς Poincaré, αρ. 212, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58, Jusserand προς Poincaré, αρ. 1002, 1.12.1922. Saint-Quentin προς Poincaré, αρ. 1781-1782, 1.12.1922. AMAE 58 – AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 542, 5.12.1922. AMAE 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 536, 2.12.1922.

[29] ΑΜΑΕ 77, Saint-Aulaire προς Poincaré, έκθεση αρ. 517, 2.12.1922. Le Matin της 1ης, 2ας, 3ης, 9ης, 11ης Δεκεμβρίου 1922. Morning Post της 1ης Δεκεμβρίου 1922. Sunday Express της 1ης και 10ης Δεκεμβρίου 1922.

[30] ΑΜΑΕ 58, Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ. 53, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Barrère προς Poincaré, αρ.45, 29.11.1922.

[31] ΑΜΑΕ 57 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 528-529, 30.11.1922. ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 532-533, 1.12.1922. ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[32] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, αρ. 534, 1.12.1922.

[33] ΑΜΑΕ 58 – ΑΜΑΕ 77, Poincaré προς Marcilly, αρ. 745, 1.12.1922, αρ. 746, 2.12.1922. Υπόμνημα Peretti, 2.12.1922. Marcilly προς Poincaré, αρ. 537, 2.12.1952.

[34] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 217, 8.12.1922.

[35] ΑΜΑΕ 77, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ.222, 19.12.1922, αρ. 555, 26.12.1922, αρ. 559- 560, 28.12.1922.

[36] ΑΜΑΕ 58, Marcilly προς Poincaré, έκθεση αρ. 22, 3.2.1923.

 Πηγη : https://clioturbata.com